Οι αναμνήσεις ως αντιστραμμένες ελπίδες

Το ανοιχτό ερώτημα είναι το αν στην Ελλάδα του 2020 γράφεται ένας νέος τόμος της ιστορίας μας ή αν συντάσσεται μια ακόμα σελίδα στο παλαιό βιβλίο.
|
Open Image Modal
ASSOCIATED PRESS

Ακούω συνεχώς γύρω μου τη φράση «άλλαξε το κλίμα». Συζητάμε ήδη για σημαντικές παροχές και οι συνδικαλιστικοί φορείς άρχισαν να ζητούν επιτακτικά αυξήσεις. Αλλά, ενώ μπορούμε να κλείσουμε τα μάτια μας στην πραγματικότητα, δεν μπορούμε να πράξουμε το ίδιο με τις αναμνήσεις μας.

Ας μην ξεχάσουμε γρήγορα τα χρόνια αφέλειας, από τη μια ασυγχώρητης και από την άλλη καθαρτικής για την πολιτική μας ιστορία. Πριν από δέκα περίπου έτη πολλοί πίστευαν ότι τα μνημόνια θα οδηγούσαν, με κάποιο μαγικό και συνάμα ανεπίγνωστο τρόπο, στην ολοκληρωτική αναδιοργάνωση της Ελλάδας, με έσχατη απόληξη την μεταμόρφωση της Ψωροκώσταινας σε «Δανία του Νότου». Ο βενζινοπώλης της γειτονιάς μου προσπαθούσε να με πείσει για την ορθότητα της προσφυγής στο Δ.Ν.Τ., με το επιχείρημα ότι και εκείνος θα ήθελε να έλθουν κάποιοι σύμβουλοι στην επιχείρηση του και να του υποδείξουν τρόπους αναδιοργάνωσης της. Τρία περίπου χρόνια αργότερα το βενζινάδικο έκλεισε.

Την ίδια ιστορική περίοδο άλλοι ήταν πεπεισμένοι ότι η έξοδος από τα μνημόνια ήταν θέμα χρόνου και πολιτικής βούλησης. Με τις κατάλληλες πολιτικές κινήσεις και με διπλωματική μαεστρία, ανάλογη εκείνης του Ντιέγκο Μαραντόνα στις τριπλές, θα πείθονταν οι «κουτόφραγκοι» να μας δώσουν γη και ύδωρ. Τελικά, κάποιοι από όσους ανέλαβαν τις διαπραγματεύσεις με την τρόικα και το διεθνή παράγοντα στην περίοδο της κρίσης αποδείχθηκε ότι θύμιζαν περισσότερο τον Ντιέγκο Μαραθώνα, ήρωα σε καλτ βιντεοταινία της δεκαετίας του 1980, και όχι τον Αργεντίνο βιρτουόζο.

Κάποιοι πάλι πίστεψαν ότι η περίοδος των μνημονίων θα γινόταν πεδίο δόξης λαμπρό για τους ίδιους και τη γενιά τους. Ότι, δηλαδή, γεννιόταν μια υβριδική εποχή, ένας συνδυασμός Εθνικής Αντίστασης και Πολυτεχνείου, όπου θα ξανάβρισκε νόημα το «πάλης ξεκίνημα, νέοι αγώνες». Επιτέλους, οι άκαπνοι νεότεροι θα έπαιρναν αντιστασιακά και αγωνιστικά ένσημα, ώστε τα περήφανα νιάτα να ανταγωνιστούν στα ίσα τα τιμημένα γηρατειά, που θα έλεγε και ο Αντρέας Παπανδρέου. Βέβαια, όλοι αυτοί δεν θέλησαν ποτέ να παραδεχθούν ότι η πρώτη πράξη αντίστασης στα μνημόνια εκδηλώθηκε στην Μύκονο, όταν σε ένα κλαμπ νεοέλληνες παιάνισαν το θρυλικό: «Δεν θα μας πάρεις τα Cayenne, Όλι Ρεν, Όλι Ρεν». Όχι στις πλατείες.

Στο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της έναρξης της κρίσης άνθισαν και μαύρα μπουμπούκια. Ειδικότερα, κάποιοι συμπατριώτες μας αποφάσισαν να εκδηλώσουν τον καταπιεσμένο πρωτοφασισμό τους, διαγκωνιζόμενοι για το ποιος θα υποστηρίξει πρώτος τις πιο ακραίες και επικίνδυνες για την δημοκρατία και τον ανθρωπισμό απόψεις. Αυτοί δεν κατέβηκαν από τον Άρη, ούτε ήταν Ελοχίμ που ζούσαν στο σκοτάδι. Επρόκειτο για ανθρώπους από όλα τα κοινωνικά, μορφωτικά και πολιτικά στρώματα, οι οποίοι ένιωσαν ελεύθεροι να εκφράσουν δημόσια όσα επί πολλά χρόνια έκρυβαν στις πιο σκοτεινές πλευρές του μυαλού τους. Και οι οποίοι δεν εξαφανίστηκαν ως δια μαγείας στις εκλογές του 2019, ούτε ανένηψαν. Απλώς, κρύφτηκαν και πάλι, περιμένοντας την επόμενη ευκαιρία.

Τέλος, στα πρώτα στάδια της κρίσης προβλήθηκε και συζητήθηκε εκτενώς το καθαρτήριο ιδεολόγημα ότι η κρίση ήταν προϊόν της ηθικής και παιδευτικής κατάπτωσης του ελληνισμού. Με τον τρόπο αυτό επιχειρήθηκε να μασκαρευτούν οι ευθύνες των πολιτικών και να δοθεί άλλοθι στην ανεπάρκεια που επέδειξαν. Το πρόβαλαν και το στήριξαν διανοούμενοι που ήθελαν να αφήσουν το στίγμα τους στο δημόσιο χώρο και να προσφέρουν πολύτιμες υπηρεσίες σε πυρήνες εξουσίας και ομάδες επιρροής, τις οποίες εξαργύρωσαν στην πορεία των ετών με διάφορους τρόπους. Συνεπώς, θα έλεγα ότι η αγανάκτηση «των αγανακτισμένων» ήταν φυσιολογική, ασχέτως του ότι το κίνημα τους καπελώθηκε με ένα τεράστιο σομπρέρο και κατέληξε πιο γραφικό και από το ηλιοβασίλεμα της Σαντορίνης.

Αλλά και ο ξένοι φέρουν βαριά ευθύνη. Είχαν αφελώς πιστέψει ότι κατείχαν μαγικές φόρμουλες, όπως ο δρυίδης Πανοραμίξ, που θα επέτρεπαν στους κατοίκους αυτού του γαλατικού χωριού να επανακάμψουν γρήγορα. Έπαθαν τα ίδια με τους Αμερικανούς του Σχεδίου Μάρσαλ στα τέλη της δεκαετίας του 1940. Αυτοί ήλθαν στην Ελλάδα ως φορείς γνώσεων και λύσεων που θεωρούσαν ότι θα τους επέτρεπαν να αναδιοργανώσουν την καθημαγμένη από τον Παγκόσμιο Πόλεμο χώρα και να την βάλουν στο δρόμο της αρετής. Δύο χρόνια αργότερα άρχισαν να αναρωτιούνται γιατί οι λύσεις τους δεν αποδίδουν και λίγο αργότερα μας παράτησαν σύξυλους, με τη διαρκή απορία του τι συμβαίνει στον τόπο τούτο. Το ίδιο περίπου είχε εξομολογηθεί και ο Σόιμπλε, αναρωτώμενος το πώς ήταν δυνατόν να του ζητήσει ο Τσίπρας συμφωνία μετά το δημοψήφισμα του 2015. Και αφού βασανίστηκε αρκετά, η μόνη απάντηση που μπόρεσε να δώσει στον εαυτό του ήταν ότι δεν δύναται να καταλάβει τους Έλληνες.

Την ίδια στιγμή, μάλιστα, αποδεικνυόταν ότι ένα μεγάλο μέρος των πολιτικών δεν μελετούσε συστηματικά και αδυνατούσε να κατανοήσει και να ερμηνεύσει το διεθνές περιβάλλον. Οι πολιτικοί, στην ισχυρά πλειοψηφία τους, άκουγαν μόνο τεχνικούς της εξουσίας και αδιαφορούσαν για τα μεγαλύτερα και σημαντικότερα ζητήματα. Η πολιτική τάξη στην Ελλάδα εξακολουθεί να μην συμπαθεί το outsourcing και δεν υπήρξε ποτέ θετική στο να δεχτεί ιδέες που δεν έρχονται μέσω δεδομένων καναλιών. Έχω πειστεί πια ότι στην Ελλάδα του 21ου αιώνα δεν έχει καμία σημασία ποιος είσαι και τι πρεσβεύεις. Έχει σημασία μόνο το ποιος σε συστήνει, ποιος μιλά για σένα.

Το ανοιχτό ερώτημα, κατά τη γνώμη μου, είναι το αν στην Ελλάδα του 2020 γράφεται ένας νέος τόμος της ιστορίας μας ή αν συντάσσεται μια ακόμα σελίδα στο παλαιό βιβλίο. Αλλά αυτή την απάντηση θα την πάρουμε όλοι μας αργότερα. Ας κατανοήσουμε, τουλάχιστον, ότι την απάντηση που θα πάρουμε στο μέλλον την φτιάχνουμε εμείς σήμερα. Με τις πράξεις μας και τις μη πράξεις μας. Με τη συμμετοχή μας και με την απουσία μας.

 

Το κείμενο αποτελεί διασκευή του προλόγου στο βιβλίο του Ι. Α. Αρμάου, Αύριο ίσως να έλθει το χθες, Πληθώρα, Αθήνα 2020.