Το πάνδημο συλλαλητήριο και τα διδάγματά του

Ποτέ άλλοτε στα τελευταία χρόνια δεν ήταν τόσο σαφής η διχοτόμηση ανάμεσα στο λαϊκό σώμα και το «κατεστημένο»
|
Open Image Modal
Alexandros Avramidis / Reuters

Το μεγάλο συλλαλητήριο της Κυριακής 20 Ιανουαρίου, συνιστά μια ιστορική τομή για πολλούς λόγους, ορισμένους εκ των οποίων θα επιχειρήσουμε να επισημάνουμε παρακάτω.

Πρώτον. Ποτέ άλλοτε στα τελευταία χρόνια δεν ήταν τόσο σαφής η διχοτόμηση ανάμεσα στο λαϊκό σώμα και το «κατεστημένο». Το μεγαλύτερο συλλαλητήριο των τελευταίων χρόνων προκαλεί ήδη τεκτονικές αλλαγές στο πολιτικό σύστημα, οδηγώντας σε κρίση ή ακόμα και εξαέρωση κομμάτων ενώ αναδιατάσσει σε βάθος το πολιτικό σκηνικό.

Δεύτερον: Κατέδειξε πως ο ελληνικός λαός, στη συντριπτική του πλειοψηφία, όχι μόνο αντιστρατεύεται την παραχώρηση της Μακεδονίας, αλλά και συμμετέχει ενεργά στα πολιτικά δρώμενα, όπως φάνηκε τόσο με τη παρουσία του στο Σύνταγμα απ’ όλες τις γωνιές της Ελλάδας, όσο και με τη μεγάλη κινητοποίηση για συλλογή υπογραφών με το αίτημα του δημοψηφίσματος. Το συλλαλητήριο διέθετε πρωτοφανή μαζικότητα και παλμό· χαρακτηριζόταν από την συντριπτική παρουσία των νεαρότερων ηλικιών σε αντίθεση με τις διαδηλώσεις και τις κινητοποιήσεις των «αγανακτισμένων» που συγκροτούνταν κατ’ εξοχήν από μεσαίες ηλικίες και συνταξιούχους θύματα της οικονομικής λαίλαπας. Χαρακτηριστική ένδειξη είναι η πρόσφατη δημοσκόπηση της MRB, όπου το 70% των ερωτηθέντων είναι κατά της συμφωνίας και μόλις το 12% τάσσεται υπέρ αυτής. Στους νεότερους μάλιστα (17-24 ετών) το ποσοστό άρνησης της συμφωνίας φθάνει το 67% και συμφωνεί μόλις το 9%. Τέλος χαρακτηρίστηκε από την υπερκομματική συμμετοχή, η οποία αποτυπώθηκε και στη σύνθεση των τριών κυρίων ομιλητών, του εκπροσώπου της Ιεράς Κοινότητας του Αγίου Όρους, του προέδρου της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης Κρις Σπύρου, και του μέλους της Επιτροπής Δημοψηφίσματος για τη Μακεδονία, της καλλιτέχνιδας Αφροδίτης Μάνου. Μια συμμετοχή που ξεπέρασε κάθε προηγούμενο φθάνοντας στο Χίλτον επί της Αγίας Σοφίας.

Απέναντί στο λαϊκό σώμα βρέθηκε το πολιτικό σύστημα στην πλειοψηφία του και ένα μεγάλο μέρος του «κατεστημένου» (σύμφωνα με την έκφραση του Ανδρέα Παπανδρέου) και οι ψευδοελίτ. Η κυβέρνηση, η πλειοψηφία της Βουλής, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Αρχιεπίσκοπος, ο Πρόεδρος της Ακαδημίας, πολλοί τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί, και οικονομισάριοι κάθε είδους, που προσπάθησαν με κάθε τρόπο να συκοφαντήσουν το συλλαλητήριο.

Τρίτον: Αποκαλύφθηκε η κατάλυση κάθε έννοιας δημοκρατίας και δημοκρατικής νομιμότητας, με το απίστευτο θέατρο της συναλλαγής που διαδραματίζεται στη Βουλή, και την παραβίαση κάθε συνταγματικής τάξης γύρω από την κύρωση αυτής της συμφωνίας (άρνηση δημοψηφίσματος κατά παράβαση κάθε δημοκρατικής δεοντολογίας, κατάθεσή της στη Βουλή με διαδικασία fast track, επικύρωσή της με 151 αντί για 180 βουλευτές, αποδοχή ενός Συντάγματος που δεν έχει επικυρωθεί από τον Πρόεδρο των Σκοπίων, με αποκορύφωμα τις άνανδρες επιθέσεις ενάντια στο μεγάλο συλλαλητήριο. 

Εν ολίγοις, το μεγάλο συλλαλητήριο και το πάνδημο αίτημα για δημοψήφισμα ώστε να αποφανθεί ο λαός για τη συμφωνία, σηματοδοτούν οριστικά, όχι απλώς το τέλος του πολιτικού συστήματος της μεταπολίτευσης, αλλά και την απαρχή μιας νέας ιστορικής περιόδου. Κατά τον ίδιο τρόπο που το τέλος του μετεμφυλιακού καθεστώτος σφραγίστηκε με το παλατιανό πραξικόπημα του 1965, κυριότερη αιτία του οποίου ήταν το Κυπριακό – εγκαινιάζοντας μιαν εκτροπή που κατέληξε στη δικτατορία– έτσι και σήμερα, στο τέλος της μεταπολιτευτικής περιόδου διαπιστώνεται η βαθύτατη αναντιστοιχία ανάμεσα στο πολιτικό σώμα και το «κατεστημένο» από τη μία και τον ελληνικό λαό από την άλλη.

Είναι βέβαιο δε ότι εάν οι εσωτερικές και διεθνείς συνθήκες το επέτρεπαν, εάν η Ελλάδα δεν ήταν μέλος της ΕΕ και άλλων οργανισμών, θα διατρέχαμε τον κίνδυνο αυτή η εκτροπή να φθάσει σε κατάργηση ή φαλκίδευση των εκλογών. Και έχουμε δει αντίστοιχες εξελίξεις τόσο στη γειτονική Τουρκία ή με άλλο πρόσημο στη Βενεζουέλα και της Νικαράγουα.

salus  patriae  suprema  lex  esto

Αυτή η νέα ιστορική περίοδος σφραγίζεται από τη μέριμνα για τη σωτηρία της πατρίδας, ή τουλάχιστον ό,τι έχει απομείνει από αυτήν. Ο ελληνικός λαός, μετά από μία περίοδο καταναλωτικής και έωλης ευωχίας, στη διάρκεια της οποίας έγινε απόπειρα να καταστραφεί η σύνδεσή μας με την ελληνική γλώσσα και την ελληνική διαχρονία, (ο Σαράντος Καργάκος θα φύγει με αυτόν τον καημό), μια περίοδο ιδεολογικού αφοπλισμού του ελληνικού έθνους, μια περίοδο ακραίας «αμεριμνησίας» για τα σύνορά του (μια και «το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του» και «δεν υπάρχουν θαλάσσια σύνορα»), την ίδια τη φυσική αναπαραγωγή του, με συνέπεια τη δημογραφική κατάρρευση, την οικονομική του αυτοτέλεια, μοιάζει σαν να ξυπνάει από έναν βαθύ λήθαργο, καθόλου τυχαία, με αφετηρία το Μακεδονικό.

Διότι όπως τόνιζε ο Ίων Δραγούμης «οι Έλληνες πρέπει να σπεύσουν για τη σωτηρία της Μακεδονίας και η Μακεδονία θα σώσει την Ελλάδα». Και πράγματι οι Έλληνες τον 21ο αιώνα «παίζουν τα ρέστα» τους ως έθνος αυτεξούσιο. Διακόσια χρόνια μετά την Επανάσταση του ΄21, είτε θα κατορθώσουμε, στις αμέσως επόμενες δεκαετίες, να ανακάμψουμε, θέτοντας ως αποκλειστικό αίτημα, το salus  patriae (τη σωτηρία της πατρίδας», είτε θα σβήσουμε ως αυτόνομο πολιτειακό και εθνικό υποκείμενο και θα επιβιώσουν μόνο ραγιάδες στο εσωτερικό και ανέστιοι Έλληνες σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου, μια και η χώρα μας θα έχει μεταβληθεί σε χώρο χωρίς ταυτότητα.

Υπ’ αυτή την έποψη δεν πρέπει να δούμε το συλλαλητήριο της 20ης Ιανουαρίου απλώς ως μια ακόμα μεγαλειώδη κινητοποίηση, αλλά ως την έναρξη ενός αγώνα, κυριολεκτικώς για τη σωτηρία της πατρίδας. Δεν θα πρέπει μόνο να εμποδίσουμε την εκχώρηση της Μακεδονίας αλλά να αποτρέψουμε τις νέες εθνικές καταστροφές, στην Κύπρο, το Αιγαίο και τη Θράκη. Πρέπει τα σχολειά και τα πανεπιστήμιά μας να ξαναγίνουν ελληνικά, πρέπει, η οικονομία μας να στηριχτεί και πάλι στην παραγωγή, πρέπει να αποκτήσουμε και πάλι σύνορα, λαό αποφασισμένο να παλέψει για τη πατρίδα του, κόμματα που παρ’ όλες τις διαφορές τους, θα ομονοούν γύρω από το αίτημα της μόνης «μεγάλης ιδέας» που μπορούν να έχουν οι Έλληνες εκείνης της σωτηρίας και ολοκλήρωσης του ελληνισμού και απόρριψης του εμφυλιοπολεμικού διχασμού που επί εκατό χρόνια καταστρέφει το έθνος και την κοινωνία. Θα κατορθώσουμε άραγε να ολοκληρώσουμε την ανολοκλήρωτη Επανάσταση του ΄21 ή και το δίδαγμα του μεγάλου συλλαλητηρίου θα χαθεί και αυτό μέσα στη σκόνη του πανδαμάτορα χρόνου;

Υ.Γ. Άραγε, ποια θέση παίρνει σε όλα αυτά ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, μία κίνηση του οποίου –και γνωρίζουμε όλοι ποια είναι αυτή– θα αρκούσε για να ακυρώσει την επαίσχυντη διαδικασία;