Της Γης οι Κολασμένοι επιστρέφουν;

Το ζήτημα που πράγματι τίθεται με τις τρεις πρόσφατες λαϊκές ετυμηγορίες δεν είναι τόσο η αποπομπή των ελίτ από την εξουσία, όσο κυρίως η αλλαγή πλεύσης. Εάν η παγκοσμιοποίηση αποτελεί κάποιον αξεπέραστο ορίζοντα, τα Κράτη Έθνη και τα δημοκρατικά συστήματα δεν ειναι λιγότερο αξεπέραστα, καθότι τα τελευταία αποτελούν τους αναγκαστικούς και απαρακάμπτους πυλώνες, άνευ των οποίων κανένα παγκόσμιο σύστημα δεν εξασφαλίζει την σταθεροποίηση του. Αυτή η στοιχειώδης διαπίστωση δεν αποδυναμώνει τα δημοκρατικά συστήματα, αλλά αντιθέτως τα ενισχύει απέναντι στις επερχόμενες υποχρεώσεις τους.
|
Open Image Modal
DEA / G. NIMATALLAH via Getty Images

Άραγε η Δημοκρατία κινδυνεύει πράγματι στην εποχή μας; Λόγω της ανόδου νέων αντιδημοκρατικών και ακραίων δυνάμεων του λαϊκισμού, είτε της Δεξιάς είτε της Αριστεράς; Λόγω των καταχρήσεων και της ασυδοσίας των «κερδισμένων» της παγκοσμιοποίησης που έχουν οδηγήσει τους «χαμένους» του παιχνιδιού στην σημερινή αμφισβήτηση κάθε συστήματος;

Άραγε έφθασε η στιγμή που οι «αξιοθρήνητοι» (deplorables, κατα την Χίλαρι Κλίντον), οι σύγχρονοι «άθλιοι» της παγκοσμιοποίησης, αυτοί που είχαν αυθαίρετα θεωρηθεί «εκτός παιγνίου» επιστρέφουν για να εκτοπίσουν τις ελίτ από την πολιτική σκηνή της ιστορίας; Μήπως έφθασε η στιγμή που οι άξεστοι και αμόρφωτοι άνθρωποι του λαού εκδικούνται τους πολιτισμένους και μορφωμένους;

Εάν κάτι τέτοιο όντως συνέβαινε, θα καταλήγαμε αναγκαστικά στο μοιραίο συμπέρασμα ότι αυτό που απειλεί σήμερα την Δημοκρατία δεν είναι παρά η ίδια η Δημοκρατία με την επέκταση της σε κοινωνικά στρώματα και πληθυσμούς που μέχρι πρόσφατα προτιμούσαν την αποχή και την περιθωριοποίηση αντί της συμμετοχής στις εκλογικές αναμετρήσεις. Ωστόσο, μεταξύ του 2012 και του 2016, στις ΗΠΑ, δεν σημειώθηκε αύξηση της αποχής στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές, ενω η συμμετοχή παρέμεινε περίπου η ίδια (54,20% έναντι 54,90%), ο αριθμός των ψηφοφόρων απο 129 εκατομμύρια αυξήθηκε σε 135,89 εκατομμύρια, ενώ παράλληλα οι εγγραφές νέων εκλογέων στους εκλογικούς καταλόγους επεκτάθηκαν απο 50% σε 62%, αντισταθμίζοντας έτσι τον αριθμό των ηλικιωμένων ψηφοφόρων που αντίστοιχα κάμφθηκε. Ωστόσο, από πότε άραγε η ηλικιακή ανανέωση του εκλογικού σώματος συνιστά απειλή για την Δημοκρατία;

Κατηγορηματικές δηλώσεις περί του τέλους του κόσμου, όπως τουλάχιστον τον γνωρίζαμε, αφθονούν σήμερα, έπειτα από τα τρία εκλογικά σοκ: το Brexit στο Ηνωμένο Βασίλειο, την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ, την αρνητική λαϊκή ετυμηγορία στο πρόσφατο ιταλικό δημοψήφισμα. Προβάλλεται ότι τα κοινωνικά «κουρέλια» τιμωρούν την αλαζονεία των ελίτ. Ότι ακόμη μια φορά, όπως συνέβη κατά την δεκαετία του 1930, οι ζωές των ανθρώπων εκτοπίζουν τον «ορθό λόγο» των ελίτ. Ωστόσο, όσο πειστικές και αν θεωρηθούν οι ερμηνείες των πρόσφατων λαϊκών ετυμηγοριών, θα έπρεπε ακόμη να δούμε πως αυτές εφαρμόζονται στην πράξη.

Επί του παρόντος και σε όλες ανεξαιρέτως τις πιο πάνω περιπτώσεις, δεν υπάρχει καμία ένδειξη για επικείμενες αξιοσημείωτες αλλαγές όσον αφορά στη σύνθεση του πολιτικού προσωπικού. Αντιθέτως, σε όλες τις περιπτώσεις, οι ελίτ παραμένουν στη θέση τους και επιμένουν να διαχειρίζονται οι ίδιες τις συνέπειες των ετυμηγοριών που υποτίθεται ότι τις εκτοπίζουν από το πολιτικό σκηνικό.

Στην Ουάσιγκτον, η σύνθεση της νέας κυβερνητικής ομάδας του Τραμπ θυμίζει ανησυχητικά αυτές των χρηματοπιστωτικών απορρυθμίσεων που είχαν εξωθήσει τον κόσμο στην πανωλεθρία του 2008. Στο Λονδίνο, η παραδοσιακή συντηρητική πολιτική ελίτ επιμένει να μονοπωλεί την διαχείριση της λαϊκής ψήφου, προκειμένου να αποφύγει κάθε τριβή και σύγκρουση με την υπόλοιπη ΕΕ. Στην Ιταλία, η «αντι-συστημική» ψήφος αποκαλύπτεται οριστικά ως ο θρίαμβος του ισχύοντος πολιτικού και κομματικού συστήματος, όπως βέβαια και των παραδοσιακών ελιτ, είτε ρωμαϊκώνν ειτε επαρχιακών. Οσον αφορά στον υποτιθέμενο «αντιευρωπαϊκό» χαρακτήρα της λαϊκης ψήφου, σημειώνεται χαρακτηριστικά ότι οι τρεις υποβαθμισμένες περιφέρειες - Σαρδηνία, Σικελία, Απούλια - που εψήφισαν «Οχι» κατά 80%, είναι ταυτόχρονα οι πρώτες στην υποστήριξη της παραμονής της χώρας τους στην ΕΕ. Φαίνεται ότι μας είχε διαφύγει η ικανότητα του συστήματος να οικειοποιείται κάθε μορφή διαμαρτυρίας, αμφισβήτησης, ακόμη και καταγγελίας. Στην ιστορία, υπάρχουν οριακές στιγμές κατά τις οποίες κάθε «αντισυστημική» αμφισβήτηση μπορεί να ενσωματώνεται από το αμφισβητούμενο σύστημα. Οσάκις οι ελίτ αποτυγχάνουν και δεν έχουν πλέον άλλο χαρτί στη διάθεση τους, δεν διστάζουν να αναδιπλώνονται και να παίζουν οι ίδιες το χαρτί των «αντί-ελίτ».

Εν τέλει, αλλάζει άραγε κάτι με τις τρεις πρόσφατες ετυμηγορίες ή μήπως τίποτα δεν αλλάζει και ο κόσμος συνεχίζει όπως πριν; Εαν κάποιες αλλαγές τεκταίνονται, αυτές θα μπορούσαν να εντοπισθούν λιγότερο στη θολή και αξεκαθάριστη λαϊκή ψήφο και περισσότερο στις αρχές της διακυβέρνησης από τις ελίτ. Ακόμη και κατά το 1930, όταν οι Δημοκρατίες στην ανατολική Ευρώπη υπέκυψαν στα αυταρχικά καθεστώτα, οι ελίτ δεν διέκοψαν την παραμονή τους στην εξουσία.

Σήμερα, εάν κάτι αλλάζει, αυτό δεν θα αναζητηθεί στην ανατροπή ή στην ανανέωση των ελίτ, αλλά κυρίως στα αδιέξοδα στα οποία έχει οδηγηθεί ο σύγχρονος κόσμος λόγω του τρόπου διακυβέρνησης και των επιλογών που του έχουν επιβληθεί στη διάρκεια των τριών τελευταίων δεκαετιών : στην αμαχητί παράδοση και αφοπλισμό των Κρατών και των Δημοκρατιών στην αυθαιρεσία και ασυδοσία των διεθνών χρηματαγορών υπό το πρόσχημα της παγκοσμιοποίησης, η οποία παρόλα αυτά παραμένει μέχρι σήμερα άπιαστη. Εαν σήμερα το Κράτος Έθνος και η Δημοκρατία επιστρέφουν, αυτό δεν θα συνιστούσε απειλή ούτε για το πρώτο ούτε για την δεύτερη, αλλά κυρίως για την τάξη πραγμάτων των τριών τελευταίων δεκαετιών που διεκδικούσε την υπέρβαση τους και την μετάβαση σε κάποιο κόσμο χαοτικό. Τελικά και όπως πάντα, η δύναμη των πραγμάτων αποδεικνύεται ισχυρότερη και καθοριστικότερη απο αυτήν των ιδεολογιών.

Σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση του ΔΝΤ (Οκτώβριος 2016), από το 2012 μέχρι το 2016 το παγκόσμιο εμπόριο δεν παύει να επιβραδύνεται και σήμερα «τρέχει» με ρυθμό χαμηλότερο απο αυτόν της παγκόσμιας ανάπτυξης. Άμεση συνέπεια είναι ότι οι εθνικές οικονομίες αποβαίνουν περισσότερο αυτόνομες και λιγότερο εξαρτημένες έναντι των εισαγωγών και εξαγωγών, των οποίων το μερίδιο στην παγκόσμια παραγωγή μειώθηκε κατά 10% στη διάρκεια της πρόσφατης 5ετιας. Το αυτό συμβαίνει με τις διεθνείς επενδύσεις των οποίων οι επιδόσεις μεταξύ 2009 και 2016 παραμένουν σταθερά κατώτερες σε σχέση με την περίοδο προ του 2008. Στην Κίνα και στις άλλες αναδυόμενες χώρες, που ήταν οι κυριότεροι εισαγωγείς διεθνών επενδύσεων, οι ροές έχουν ήδη αντιστραφεί και από το 2015, οι εκροές κεφαλαίων υπερβαίνουν τις εισροές, προκαλώντας σοβαρή κρίση ρευστότητος σε αυτές τις χώρες. Σύμφωνα με τον Αμερικανό ειδικό Barry Eichengreen, η απότομη μείωση των ξένων επενδύσεων αποδίδεται κυρίως στην αιφνίδια διακοπή των σχετικών χρηματοδοτήσεων απο τις τράπεζες για τέτοιου είδους επιχειρήσεις.

Εάν οι τρεις μοχλοί της παγκοσμίοποιησης - εμπόριο, επενδύσεις, πιστώσεις - συρρικνώνονται, οι παλαιές εθνικές και περιφερειακές συμπληρωματικότητες ανακάμπτουν, επιστρέφουν, αποκαθίστανται και αναλαμβάνουν την σκυτάλη.

Το ζήτημα που πράγματι τίθεται με τις τρεις πρόσφατες λαϊκές ετυμηγορίες δεν είναι τόσο η αποπομπή των ελίτ από την εξουσία, όσο κυρίως η αλλαγή πλεύσης. Εάν η παγκοσμιοποίηση αποτελεί κάποιον αξεπέραστο ορίζοντα, τα Κράτη Έθνη και τα δημοκρατικά συστήματα δεν ειναι λιγότερο αξεπέραστα, καθότι τα τελευταία αποτελούν τους αναγκαστικούς και απαρακάμπτους πυλώνες, άνευ των οποίων κανένα παγκόσμιο σύστημα δεν εξασφαλίζει την σταθεροποίηση του. Αυτή η στοιχειώδης διαπίστωση δεν αποδυναμώνει τα δημοκρατικά συστήματα, αλλά αντιθέτως τα ενισχύει απέναντι στις επερχόμενες υποχρεώσεις τους. Εάν στην εποχή μας τα εκλόγικα σώματα διευρύνονται και ανανεώνονται ηλικιακά με την ένταξη νέων ψηφοφόρων, οι Δημοκρατίες, αντί να ανησυχούν για τις αφίξεις των απαίδευτων, έχουν κάθε συμφέρον να φροντίζουν για την δημοκρατική εκπαίδευση τους, για την πολιτειακή παιδεία τους, όχι μόνον για τα δικαιώματα, αλλά και για τις υποχρεώσεις του πολίτη έναντι του κοινωνικού συνόλου. Εκτός εάν κάποιοι προεξοφλούν ότι η Δημοκρατία θα πρέπει να παραμένει εξ ορισμού ένα παιχνίδι ολίγων και μεμυημένων και ότι, κατά συνέπεια, «η υπερβολική δόση Δημοκρατίας σκοτώνει την Δημοκρατία».