Η Θεσσαλονίκη του Γιάννη Μπουτάρη

Η πόλη του Γιάννη Μπουτάρη δεν ήταν μια, αλλά δυο πόλεις
Open Image Modal
EUROKINISSI

Η απόφαση του Γιάννη Μπουτάρη να μην ξαναθέσει υποψηφιότητα, πέραν των προσωπικών διαστάσεων που ο ίδιος ανέδειξε στις δηλώσεις και στην συνέντευξη τύπου, έχει και μια διάσταση που αφορά στην στρατηγική τοπικής διακυβέρνησης που εφάρμοσε όλα αυτά τα χρόνια. Συνιστά, δηλαδή, έκφραση ενός αδιεξόδου οραματικού τύπου, το οποίο υπάρχει όσο κι αν θέλει ο ίδιος ή η παράταξή του να το συγκαλύψει. Και αφορά στο πιο κεντρικό αποτύπωμα που άφησαν πίσω του οι δυο του θητείες, εκείνο της ″παγκοσμιοποιημένης Θεσσαλονίκης”. Ο ένας, ενάμιση χρόνος που προηγήθηκε, απέδειξε περίτρανα γιατί δεν προχωράει αυτή η στρατηγική: Γιατί δημιούργησε ένα χάσμα μεταξύ των ελίτ και του λαού αυτής της πόλης, που φτάνει πολύ βαθιά.

Η σύγκρουση του Μπουτάρη και της παράταξής του με το πατριωτικό αίσθημα της πόλης, σε ό,τι αφορά στα τεκταινόμενα της συμφωνίας των Πρεσπών, στην διάθεσή του να προβάλει την Οθωμανική Θεσσαλονίκη κ.ο.κ. αποτελεί το αποκορύφωμα αυτού του ρήγματος. Πίσω από το οποίο ξεπροβάλλει μια πραγματικότητα αδήριτη, που δεν έχει να κάνει με το τι ιδεολογία υπηρετεί κανείς, αλλά με το γεγονός ότι η παράδοση της πόλης στην παγκοσμιοποίηση συνεπάγεται την εθνική, και την γεωπολιτική της αποδόμηση, που για εμάς εδώ σημαίνει υποχώρηση απέναντι στον νέο οθωμανικό ηγεμονισμό, και στους σχεδιασμούς για την αλλαγή συνόρων στην Βαλκανική που αυτή προωθεί μέσα από την στήριξη των κατακερματιστικών αλυτρωτισμών. Με λίγα λόγια, η στρατηγική που εφάρμοσε ο Μπουτάρης και η Πρωτοβουλία προκαλεί στην πόλη υπαρξιακό κενό τόσο σε ό,τι αφορά στην ταυτότητά της, όσο και σε ό,τι αφορά στο γεωπολιτικό της μέλλον. Αυτή είναι και η βαθύτερη αναλογία της σύγχρονης Θεσσαλονίκης με την Οθωμανική Θεσσαλονίκη, ότι υπό την επήρεια της παγκοσμιοποίησης επανέρχεται η προοπτική να επανέλθει ξανά στην κατάσταση ενός απολύτως κατακερματισμένου εθνικά, πολιτιστικά, κοινωνικά, οικονομικά αστικού ιστού.

Ταυτόχρονα όμως το ρήγμα αυτό φέρει μέσα του και όλες τις άλλες διαστάσεις, την οικονομική, την κοινωνική, την οικολογική, την χωροταξική κ.ο.κ.

Για παράδειγμα, η τουριστική Θεσσαλονίκη, για την οποία επαίρεται ο ίδιος τόσο, ήρθε να προσθέσει νέες ανισότητες, και νέους διαχωρισμούς μέσα στην πόλη, καθώς η μονοκαλλιέργεια της τουριστικής δραστηριότητας εξαντλεί σιγά σιγά το στεγαστικό απόθεμα του ιστορικού κέντρου, ανεβάζει τις αξίες των ακινήτων, ασκεί πληθωριστικές πιέσεις στο γενικό κόστος ζωής μέσα στην πόλη, και θέτει ακόμα και το ζήτημα του χαρακτήρα που θα έχει ο δημόσιός της χώρος, το αν δηλαδή θα παραμείνει κοινός, ή αν θα μεταβληθεί σε αντικείμενο τουριστικής αξιοποίησης. Σα συνέπεια όλων αυτών, οι φτωχότεροι σταδιακά εξοβελίζονται από το κέντρο, δημιουργούνται περαιτέρω πιέσεις στα ούτως ή άλλως κλυδωνιζόμενα μεσοστρώματα, και γενικώς δημιουργείται ένα αίσθημα στους κατοίκους ότι η πόλη πλέον δεν τους ανήκει. Όσο για τον χαρακτήρα της οικονομικής ζωής, η μονοκαλλιέργεια του τουρισμού δημιουργεί συνθήκες πόλωσης, καθώς το κεφάλαιο συγκεντρώνεται στα χέρια ολοένα και λιγότερων από την μια, και από την άλλη, διευρύνεται η χαμηλά αμειβόμενη ανειδίκευτη απασχόληση στους κλάδους της αναψυχής, η ετεροαπασχόληση και η ελαστική εργασία. Η πόλη σπάει στα δυο: Απ′ τη μία η διεθνοποιημένη επιχειρηματικότητα, και από την άλλη η ρημαγμένη, και εγκαταλειμμένη τοπική οικονομία.

Η ίδια τάση επιβεβαιώνεται, και στους άλλους τομείς της θεσσαλονικιώτικης ζωής. Ας πάρουμε για παράδειγμα τις υποδομές, που αφέθηκαν να υποβαθμιστούν σοβαρά, από μια διοίκηση που πάντοτε έδινε προτεραιότητα στην πολιτική ως συμμετοχή στα υπερεθνικά δίκτυα της νέας κοσμοπολίτικης γραφειοκρατίας, και όχι στην ριζωμένη σε αυτόν τον τόπο εκδοχή της, που αφορά στην ιεράρχηση και ικανοποίηση των συλλογικών αναγκών της πόλης σα συνόλου. Γενικότερα, κάθε τι, που είχε να κάνει με την εντοπιότητα εγκαταλείφθηκε: Από την δημογραφική κατάσταση μιας πόλης που γερνάει ταχύτατα (και που η γενιά του ’60 και του ’70 που ακόμα την διοικεί αρνείται να καταλάβει τις συνέπειές αυτού του πράγματος), μέχρι το πράσινο, δηλαδή την κατάσταση του αστικού και περιαστικού περιβάλλοντος, ή την εικόνα του δομημένου χώρου.

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Ότι η πόλη του Γιάννη Μπουτάρη δεν ήταν μια, αλλά δυο πόλεις: Η μια αναφέρεται στις παγκοσμιοποιημένες της μειοψηφίες, και η άλλη στη ριζωμένη πλειοψηφία, η οποία μάλιστα, ακόμα και αν ‘ψηφίζει’ στις εκλογές, ουσιαστικά δεν αντιπροσωπεύεται από τον τοπικό πολιτικό πολιτικό κόσμο στο σύνολό του, που έχει καταντήσει μια ”κάστα”, ένα κλειστό αυτοαναπαραγόμενο ”οικοσύστημα” αξιωματούχων, πολιτικών, δημοσιογράφων κ.ο.κ.

Αυτή η διαίρεση, που γινόταν ολοένα και πιο απόλυτη όσο περνούσε ο καιρός, έφτασε να υπονομεύσει και την ίδια τη συνοχή της παράταξής του, καθώς ιδρυτικά της στελέχη προερχόμενα από την κεντροαριστερά, που την έφτιαξαν για να εκφράσει την δυνατότητα μιας προοδευτικής διακυβέρνησης, και όχι για να καταστεί ο πιο αυθεντικός εκφραστής της σοσιαλνεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης στην τοπική πολιτική, άρχισαν σταδιακά να την εγκαταλείπουν.

Υπό το βάρος αυτών των κλυδωνισμών, δημιουργήθηκε το πλαίσιο, οι συνθήκες που οδήγησαν στην ανακοίνωση της αποστρατείας, για την οποία συζητάει η πόλη σήμερα. Ποιο είναι το βαθύτερό της νόημα; Ότι η παγκοσμιοποίηση και τα παρελκόμενά της, ο εθνομηδενισμός, η πολιτική απαξίωση του έθνους κράτους, η διεθνοποίηση της οικονομίας, της πολιτικής, η εγκατάλειψη των τοπικοτήτων που συναπαρτίζουν αυτήν την χώρα, όλα αυτά, δεν μπορούν να δημιουργήσουν βιώσιμη συνθήκη για την πόλη ούτε στο παρόν, ούτε βέβαια για το μέλλον της.

Γυρίζοντας αυτήν την σελίδα, η τοπική θεσσαλονικιώτικη πολιτική θα αντιμετωπίσει ένα νέο ερώτημα, που ξεπηδάει από τα ίδια τα αδιέξοδα που περιγράφηκαν εδώ. Αφορά στο περιεχόμενο της νέας στρατηγικής για την πόλη, δηλαδή στο ποια πολιτική καθημερινή, μπορεί να γεφυρώσει όλα αυτά τα ρήγματα που άνοιξε η επταετία της διακυβέρνησης Μπουτάρη, να ξαναενώσει την πόλη, και να την θέσει σε τροχιά βιωσιμότητας για το μέλλον.