Η Τουρκική απειλή και η Ελληνική αποτρεπτική στρατηγική

Μέρος Πρώτο
|
Open Image Modal
Reuters Photographer / Reuters

Συντομογραφικά θα προσδιοριστεί η Τουρκική απειλή με όρους πάγιων τυπολογιών της στρατηγικής ανάλυσης, θα γίνει αναφορά σε σταθερά κριτήρια και παράγοντες που καθιστούν μια αποτρεπτική στρατηγική αξιόπιστη και θα φωτιστεί διαλεκτική σχέση κρίσεων χαμηλής έντασης, κλιμάκωσης μιας κρίσης και γενικευμένου πολέμου.               

Η επιτελική ικανότητα ακριβούς προσδιορισμού της απειλής, η αποτροπή «μικρών» κρίσεων πλην βαθύτατων προεκτάσεων όπως στα Ίμια ή η παρεμπόδιση των εργασιών στην Κυπριακή ΑΟΖ, πλην βαθύτατων προεκτάσεων και η ετοιμότητα γενικευμένου πολέμου προσδιορίζουν και την ύπαρξη ή ανυπαρξία εθνικής στρατηγικής.

Των πάντων βέβαια προηγείται η ύπαρξη ισχυρού κράτους, η σωστή επιτελική οργάνωση των ΕΔ, η γνώση των στρατηγικών εννοιών και η ικανότητα της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας να τα διαχειριστεί με τρόπο που μεγιστοποιεί το αποτρεπτικό αποτέλεσμα, ο  προσδιορισμός και η ιεράρχηση των εθνικών συμφερόντων, η κοινωνική συνηγορία για την υπεράσπιση αυτών των συμφερόντων και η ύπαρξη υποστηρικτικής στρατηγικής κουλτούρας. Με τον όρο στρατηγική κουλτούρα, μεταξύ άλλων, αναφερόμαστε:

Α) Σωστή κατανόηση των ανελέητων κρατοκεντρικών λογικών της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής και αποφυγή επιπόλαιων τοποθετήσεων, καλλιέργειας ψευδαισθήσεων και ευσεβών πόθων και αποφυγής ή αντίκρουσης κάθε άλλης θέσης ή αντίληψης η οποία ροκανίζει τον ορθολογισμό του κράτους και της εθνικής του στρατηγικής.

Β) Καλλιέργεια της φιλοπατρίας και της έσχατης λογικής του εθνικού συμφέροντος επιβίωσης και εθνικής ασφάλειας. Χωρίς αυτά όλα είναι μάταια και όλα προγραμματικά αποτυχημένα.

Γ) Καλλιέργεια και βαθιά εμπέδωση ει δυνατό από όλη την κοινωνία ότι το κράτος είναι ο θεσμός συλλογικής ελευθερίας μιας ανεξάρτητης κοινωνίας και οι Ένοπλες Δυνάμεις ο θεσμός που υπερασπίζεται αυτή την ελευθερία. Γενικότερα, έχουμε υποστηρίξει αλλού, η εθνική ανεξαρτησία είναι η ελευθερία της κοινωνίας αλλά και η μόνη μορφικά πανομοιότυπη κοσμοθεωρία όλων των εθνών και όλων των εθνοκρατών που ενσαρκώνουν την πολιτική τους ύπαρξη.

Δ) Σωστή γνώση του φαινομένου του πολέμου στην ιστορική διαχρονία και σωστή κατανόηση του γεγονότος ότι δεν είναι μόνο η άσκησης βίας. Ο πόλεμος έχει πολλούς κρίκους και στην εποχή του πολιτικού πολιτισμού «είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα», δηλαδή, α) δεν είναι αυτοσκοπός, β) κύριος σκοπός για το αμυνόμενο κράτος είναι η αποτροπή του πολέμου, γ) τα μέσα και οι μεθοδεύσεις σχετίζονται με αντικειμενικά κριτήρια που αφορούν τα εθνικά συμφέροντα και την επιβίωση του κράτους και της κοινωνίας. Κοντολογίς, ο πόλεμος πειθαρχημένα ορίζεται και περιορίζεται από τους πολιτικούς σκοπούς και από κανένα άλλο κριτήριο.

Ε) Γνώση των στρατηγικών όρων και εννοιών σε βαθμό εξειδίκευσης στο επίπεδο της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας αλλά και ευρύτερα σε όλο το κοινωνικοπολιτικό φάσμα.

Ζ) Ύπαρξη μιας κρίσιμης υποστηρικτικής μάζας ειδικών επιστημόνων (κατά προτίμηση κρατικών λειτουργών), πολιτικών προσώπων και στρατιωτικών στελεχών που θα αντικρούουν ακαριαία κάθε ανοησία χρήσιμων ηλιθίων ή ύπουλη πρακτορικά κινούμενη ασυναρτησία που υπονομεύει την εθνική ανεξαρτησία, πιο ειδικά την κρατική κυριαρχία και την στρατηγική και τους θεσμούς που τα υπερασπίζονται. 

Πολλές παθολογίες και κακουχίες των νεοελλήνων με ύστερη την οικονομική κρίση αλλά και την δυνητικά θανάσιμη αποσταθεροποιητική τροχιά του κυπριακού ζητήματος, οφείλεται σε ελλείμματα ως προς τα πιο πάνω και αποδυναμώνει κάθε προσπάθεια συγκρότησης εθνικής αποτρεπτικής στρατηγικής. 

Η συντρέχουσα ένταση στις σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας μπορεί να θεωρηθεί ότι ενέχει, μεταξύ άλλων, τις εξής πτυχές. 

  • Πρώτον, μια αδιάκοπη αναθεωρητική απειλή πολλών δεκαετιών.
  • Δεύτερον, η απειλή αυτή στην στρατηγική θεωρία ορίζεται ως «απέραντη», δηλαδή έχει θολά σύνορα και το αποτέλεσμα εφόσον εκραγεί ένας πόλεμος ορίζεται από το που βασικά θα σταματήσουν τα νικηφόρα προελαύνοντα στρατεύματα του επιτιθέμενου.
  • Τρίτον, μια εδραιωμένη πλέον και ακραία επικίνδυνη για την Ελληνική εθνική ασφάλεια αλλά για την περιφερειακή σταθερότητα Τουρκική αντίληψη, ότι η Ελλάδα είναι εύκολος στόχος: Κατευνάζει, στερείται υποστηρικτικής συνοχής, στρατηγική ανικανότητα των αρμοδίων και ευρέως διαδεδομένες θέσεις, αντιλήψεις και συμπεριφορές που επιτρέπουν στο νεοτουρκικό κράτος να αλλάξει το ισχύον εδαφικό και κυριαρχικό καθεστώς και να θέσει την Κύπρο υπό τον πλήρη τουρκικό έλεγχο.
  • Τέταρτον, από καιρό εδραιώθηκε μια αντίληψη ότι η Ελλάδα προσφέρεται για επίδειξη δυνάμεως και ότι διαμέσου επίδειξης ισχύος στα πεδία απειλών «χαμηλής» έντασης κυρίως στο Αιγαίο και στην Κύπρο η Άγκυρα εκπληρώνει μια σειρά βραχυχρόνιων, μεσοπρόθεσμων και μακροχρόνιων σκοπών. Για να το πούμε διαφορετικά, επιτυγχάνει αυτό που θεωρείται υπέρτατη στρατηγική δεξιοτεχνία, η εκπλήρωση των σκοπών του πολέμου χωρίς ένοπλη σύγκρουση ή με μικρής έντασης επεισόδια που οδηγούν σε υποχώρηση και συρρίκνωση του αντιπάλου σε βαθμό και έκταση που επιτυγχάνει το μείζον των αναθεωρητικών επιδιώξεων.
  • Πέμπτο, επιβεβαίωση των πιο πάνω από το γεγονός ότι επί σειρά δεκαετιών η Ελλάδα α) δεν άσκησε τα κυριαρχικά δικαιώματά της στα θαλάσσια πεδία όπως προνοεί το διεθνές δίκαιο, κάτι που θα διπλασίαζε την εθνική επικράτεια. Παρενθετικά σημειώνεται πως όπως σωστά σημειώνει ο Hans Morgenthau στο μνημειώδες έργο του «πολιτική μεταξύ των εθνών» που φέτος κυκλοφορεί στα Ελληνικά, «βιώσιμο είναι ένα κράτος όταν μπορεί να εφαρμόσει τις πρόνοιες του διεθνούς δικαίου για την επικράτειά του». Διόλου τυχαία και επειδή ο κορυφαίος διεθνολόγος δεν πάσχει από νομικίστικες παθολογίες, ορίζει το εθνικό συμφέρον με όρους ισχύος.
  • Έκτο, οι συνέπειες όσο και αν επισκιάζονται λόγω αδιαφορίας και λαϊκισμού, είναι οδυνηρές. Μεταξύ άλλων, α) η Ελλάδα δεν άσκησε τα κυριαρχικά της δικαιώματα με αποτέλεσμα να μην απολαμβάνει τον υποθαλάσσιο πλούτο τους όπως συμβαίνει ακόμη και με μικρά κράτη, β) εδραιώνεται η εικόνα ενός αναλώσιμου και στρατηγικά αναξιόπιστου κράτους, γ) κινδυνεύει να αποθρασύνει τα αναθεωρητικά κράτη με τρόπο που θα επιτεθούν πολεμικά και δ) αφήνοντας την Κύπρο καταμόναχη εάν η Τουρκία όπως όλα δείχνουν καταστεί επικυρίαρχη σε ένα νησί που πέραν των πλουτοπαραγωγικών πόρων ζουν εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες, η στρατηγική παγίδευση της Ελλάδας θα είναι άνευ προηγουμένου.

 Το διαρκές «τρίξιμο των Τουρκικών δοντιών», λοιπόν, είναι αναμενόμενο και ερμηνεύεται εύκολα: Επιτρέπει στην Τουρκία να σωρεύει αναθεωρητικά κέρδη και οδηγεί την Ελλάδα σε μεγάλες ζημιές που θα μπορούσαν να αποφευχθούν από μια αποτελεσματική Ελληνική αποτρεπτική στρατηγική. Σε τελευταία ανάλυση, οι πόροι δεσμεύονται για την αποτροπή του πολέμου και την αντίκρουση των αναθεωρητικών απειλών πλην δεν αξιοποιούνται κατάλληλα για μια σειρά λόγων μερικούς εκ των οποίων ήδη αναφέραμε.               

Εκεί δηλαδή που η Τουρκία σχοινοβατεί πάνω στην κόψη του ξυραφιού εν μέσω μυρίων εσωτερικών και περιφερειακών αντιπαραθέσεων, εμείς δίνουνε σε «εχθρούς» και «φίλους» την εικόνα ανύπαρκτου κράτους, την εικόνα ύπαρξης μεγάλης διάστασης κοινωνίας και εξουσίας (οι φασιστοειδείς δηλώσεις περί Ελληνικής κοινωνίας ως όχλου επειδή εκατοντάδες χιλιάδες διαμαρτυρήθηκαν ειρηνικά υπέρ των εθνικών συμφερόντων) και την εικόνα κρατικής και κοινωνικής αδιαφορίας για το μέλλον του σημαντικότερου γεωπολιτικού πεδίου του πλανήτη όπου «τυγχάνει» να βρίσκονται εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες, της Μεγαλονήσου Κύπρου. 

Τις τελευταίες δεκαετίες και εντατικά την τελευταία δεκαετία και παρά τα τεράστια προβλήματα της απειλητικής Τουρκίας η εικόνα είναι ξεκάθαρη: Εν μέσω καταιγιστικών εξελίξεων και ανακατατάξεων παραδόξως υπάρχει η περίπτωση επικινδύνως σχοινοβατούσα Τουρκία να αναβαθμιστεί γεωπολιτικά και η Ελλάδα να εκμηδενιστεί γεωπολιτικά.   

Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω ολοφάνερα και αληθινά, συντρέχει ένα ακόμη γεγονός: Ενώ η κυριότερη αναθεωρητική απειλή είναι οι Τουρκική, κατευνασμοί και υποχωρήσεις σε όλο το περιφερειακό μας φάσμα από τα Βαλκάνια μέχρι την Κύπρο καθιστούν την Τουρκική αναθεωρητική απειλή ακόμη πιο οξεία και επικίνδυνη. 

Ο κίνδυνος πολέμου είναι διαρκής και υπό τις περιστάσεις ολοένα και μεγαλύτερος ενώ μόνο μια αλλαγή παραδείγματος που οδηγεί σε αποτελεσματική στρατηγική τον αποτρέπει, ενώ συνάμα αποτρέπει εκπλήρωση διαμέσου απειλητικών παραστάσεων ή και επίθεσης χαμηλής έντασης να επιτύχει το μείζον των αναθεωρητικών επιδιώξεων στην Κύπρο, στο Αιγαίο και στην Θράκη.  

Η αποτρεπτική στρατηγική της Ελλάδας απαιτείται να αποσκοπεί όχι μόνον στην αποτροπή μιας γενικευμένης σύρραξης αλλά και στην αποφυγή εκπλήρωσης μικρών ή μεσαίων πολιτικών στόχων της Τουρκίας τους οποίους οι ηγέτες της αντίπαλης χώρας επιδιώκουν να εκπληρώσουν με απειλές ή ενέργειες «χαμηλής έντασης». 

Υπογραμμίζεται, ακριβώς, το γεγονός πως εδώ και καιρό και όσο προχωρούμε ολοένα και περισσότερο, δεν έχουμε μόνο άμεση, όπως λέμε στην στρατηγική ανάλυση, αποτροπή. Δηλαδή, η Τουρκία δεν περιορίζεται στον σχεδιασμό εκτέλεσης επιθετικών ενεργειών οι οποίες δυνατό να εκδηλωθούν ανά πάσα στιγμή. 

Παρά το ότι η ηρωική ανασχετική ορμή και οι δεξιότητες των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων μέχρι στιγμής συγκρατούν το χειρότερο, απαιτείται να εκτιμήσουμε το γεγονός πως με όρους στρατηγικής θεωρίας η Ελληνική αποτρεπτική στρατηγική έχει από καιρό, μερικώς τουλάχιστον, αποδυναμωθεί εάν όχι καταρρεύσει.  

Πιο συγκεκριμένα, πάντα με όρους πάγιων τυπολογιών της στρατηγικής ανάλυσης τις οποίες όλοι χρησιμοποιούν πλην ημών, η Τουρκία πέρασε το φράγμα των δηλωτικών απειλητικών παραστάσεων και προχώρησε σε ενέργειες οι οποίες, με τον ένα ή άλλο τρόπο, αλλάζουν το εδαφικό και κυριαρχικό καθεστώς εις βάρος της Ελλάδας.

Έστω και εάν δεν έχει συνειδητοποιηθεί πλήρως, η αντιπαράθεση Ελλάδας – Τουρκίας έχει από καιρό εισέλθει σε κατάσταση η οποία στην θεωρία της αποτροπής ονομάζεται «ενδοπολεμική αποτροπή» (“intrawar deterrence”). Αυτή την κρίσιμη πτυχή θα την δούμε λεπτομερέστερα στην συνέχεια. Που είναι τα σύνορα στο Αιγαίο παρά τις πρόνοιες του διεθνούς δικαίου, τι γίνεται στην Θράκη και τι πάει να γίνει στην Κύπρο, όπου η αποδοχή των τετελεσμένων σημαίνει και οριστική ένταξη της Μεγαλονήσου στα πεδία της Τουρκικής επικυριαρχίας.

Για να γίνουμε πιο δηκτικοί, οι λαϊκίστικες καταγγελτικές σαπουνόφουσκες που χρησιμεύουν μόνο στο πλαίσιο των άχαρων κομματικών αντιπαραθέσεων με στόχο τις καρέκλες εξουσίας, οι φανφάρες και οι παλικαρισμοί για εσωτερική κατανάλωση και η τα ιδεολογικά κολλήματα ή τα σύνδρομα παρελθόντων ασυγχώρητων θέσεων και απόψεων, δεν οδηγούν παρά μόνο σε μεγάλες ζημιές και μεγάλες καταστροφές.

Μετά το 1973 η Τουρκική απειλή αναπτύσσεται σε τρία διαφορετικά αλλά αλληλένδετα επίπεδα: 

Πρώτον, απειλή γενικευμένης επίθεσης, είτε (το πιο πιθανό) με εκτέλεση ενός συντριπτικού «πρώτου κτυπήματος». Αυτό μπορεί να συμβεί εάν ανοίξει παράθυρο ευκαιρίας ή εάν οι Τούρκοι πιστέψουν ότι οι Ελληνικές ΕΔ, κάτι πλέον πολύ πιθανό ακόμη και αν δεν ισχύει, δεν έχουν επιτελικά σχέδια.

Εάν επίσης πολιτικές και διπλωματικές συνθήκες το επιτρέπουν και εάν εσωτερικά καταρρεύσουμε λόγω οικονομικής κρίσης και πιθανής –πολύ πιθανής πλέον, ιδιαίτερα μετά τις απίστευτα προσβλητικές, ανάλγητες και πρωτοφανείς δηλώσεις περί «όχλου»– κοινωνικής εξέγερσης. Τόσο περισσότερο πιστευτά γίνονται πιστευτά στην Άγκυρα όσο περισσότερο δίνουμε την παράσταση ότι ανεχόμαστε και δεχόμαστε την εκπλήρωση κερδών της Τουρκίας που σωρευτικά όπως είπαμε εκπληρώνουν τους σκοπούς της χωρίς μάχη. 

Δεύτερον, απειλές «ενδιάμεσης έντασης» και διαφόρων επιπέδων, όπως στην Κύπρο το 1974, στα Ίμια το 1996 (οι συντρέχουσες καθημερινές παραβιάσεις στο Αιγαίο είναι μια δοκιμαστική απόχρωση τέτοιων ενεργειών) και οι ύστερες κρίσης χαμηλής έντασης στο Αιγαίο και στην ΑΟΖ της Κύπρου.  

Ακόμη πιο σημαντικό, συντρέχει και παραμονεύει ο κίνδυνος μιας πολύ σημαντικής εξέλιξης: Αυτό το ενδεχόμενο, εάν οι Τούρκοι το κρίνουν εφικτό και μικρού κόστους, τα συντρέχοντα «μικρό-επεισόδια» μπορεί να συνδυαστούν με το λεγόμενο «πρώτο πλήγμα», μια δηλαδή καταρχήν επιδίωξη συντριπτικού αποδυναμωτικού πλήγματος που θα ακυρώσει την Ελληνική στρατιωτική ισχύ και θα καταστρέψει πολλές υποδομές. 

Μερικές φορές ακούμε από επίσημα χείλη που υποδηλώνουν μεγάλη άγνοια στρατηγικών όρων και εννοιών, ότι οι Τούρκοι δεν έχουν κάνει ένα θερμό επεισόδιο. Μα τι τέλος πάντων εννοούμε εδώ στην Ελλάδα με «θερμό επεισόδιο». Η εκατέρωθεν συλλογιστική δεν εντάσσεται σε μια τέτοια λογική και η κατάσταση των πολιτικών και στρατιωτικών σχέσεων της Ελλάδας με την Τουρκία δεν κρίνεται έτσι. Κρίνεται από το γεγονός ότι οι καθημερινές εκτοξεύσεις απειλών, οι καθημερινές αναχαιτήσεις πλοίων και αεροπλάνων, οι καθημερινές «δυναμικές-απειλητικές» αξιώσεις ακύρωσης των δικαιωμάτων που προσφέρει το διεθνές δίκαιο στην Ελλάδα, οι ισχυρισμοί περί γκρίζων ζωνών, οι αμφισβητήσεις της Ελληνικής κυριαρχίας πανταχόθεν, η αξίωση συγκυριαρχίας και τελικά κυριαρχίας στην Κύπρο μάλιστα με ξεκάθαρους αναθεωρητικών «επιχειρημάτων» περί ζωτικού στρατηγικού χώρου και τα πρόσφατα πιο θερμά γεγονότα, είναι όλα θερμά επεισόδια με την βαθύτερη και ουσιαστικότερη έννοια των όρων. Ακυρώνεται η Ελληνική κυριαρχία με αναθεωρητικές στάσεις, αξιώσεις, συμπεριφορές και γεγονότα. 

Τρίτον, στα πιο πάνω προστίθενται όχι μόνο οι θολές και γι’ αυτό όπως εξηγήσαμε απέραντες  αναθεωρητικές αξιώσεις αλλά και το πάντοτε ισχύον casus Belli το οποίο αντί εμείς να αμφισβητήσουμε άμεσα με εφαρμογή των προνοιών του διεθνούς δικαίου, επί δεκαετίες κατευνάζουμε με αθέατες διαπραγματεύσεις εμπειρογνωμόνων και όχι μόνο. Μια άποψη είναι ότι η Ελληνική διπλωματία καταπλακώθηκε από εξόφθαλμους νομικισμούς και δεν εννοώ τους κρατικούς λειτουργούς αλλά αυτούς που η εκάστοτε πολιτικοί ιθύνοντες αφήνουν να επηρεάζουν την κρατική πολιτική. 

Τέταρτον, συνολικότερα, οι Τουρκικές αναθεωρητικές αξιώσεις, μεταξύ άλλων, αποβλέπουν και στα εξής. 1) Στο να επηρεάσουν την ελληνική πολιτική βούληση τόσο στο επίπεδο της κοινωνίας όσο και της εκάστοτε εξουσίας. 2) Στο να εθίσουν την τουρκική, ελληνική και διεθνή κοινή γνώμη στην «ύπαρξη διαφορών». 3) Στο να δημιουργήσουν τις ψυχολογικές και πολιτικές συνθήκες που θα ευνοούν στην εκπλήρωση «ενδιάμεσων στόχων» και που θα καταστήσουν φυσική-φυσιολογική ενέργεια ενδεχόμενη γενικευμένη επίθεση, ακόμη και στο πλαίσιο ενός μαζικού «πρώτου κτυπήματος». 4) Στο να προετοιμάσουν το έδαφος στην διεθνή διπλωματία ούτως ώστε να γίνει περισσότερο αποδεκτό –εάν λάβει χώρα– ένα πρώτο καταστροφικό κτύπημα κατά των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων και άλλων ελληνικών ζωτικών στόχων. 

Η Τουρκική απειλή στοχεύει τόσο την ελληνική πολιτική βούληση (αποδοχή της ιδέας πως η Τουρκία αποτελεί φυσικό περιφερειακό ηγεμόνα) όσο και την ελληνική εδαφική και κυριαρχική επικράτεια. Όσον αφορά το τελευταίο σημείο, δεν είναι δυνατό –και ούτε είναι ορθό–, σε αναλύσεις όπως η παρούσα, να προσδιοριστούν με ακρίβεια οι Τουρκικές επιδιώξεις. Η Τουρκική απειλή εδώ και πολύ καιρό πληροί όλα τα κριτήρια αυτού που στην στρατηγική θεωρία ορίσαμε πιο πάνω ως “απέραντη απειλή”. Δηλαδή, υπογραμμίζουμε ξανά καθότι είναι κύριο και αξονικό, η απειλή δεν προσδιορίζεται και οροθετείται επακριβώς, οπότε παραμένει ανοικτό το ενδεχόμενο να εκπληρωθούν μεγάλος αριθμός στόχων ανάλογα με τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες που –κατά περίπτωση– θα υπάρξουν. Ενδεικτικά, θα μπορούσε να συμπεριλαμβάνει «γκρίζες ζώνες», κατάληψη απομακρυσμένων ελληνικών εδαφών, έλεγχο ελληνικού κυριαρχικού χώρου και κατάληψη μέρους της μη κατεχόμενης Κύπρου ή και όλης της Κύπρου, ιδιαίτερα εάν δεχθούμε όχι μόνο διάλυση της ΚΔ αλλά και «μεταβατική» παρουσία στρατευμάτων.