Κανείς δεν θέλει μιά αυτοκρατορία στη γειτονιά του

Συνοπτική Ανάλυση των Ελληνοτουρκικών Σχέσεων και Στρατηγικές Προτάσεις
|
Open Image Modal
Φωτογραφία αρχείου - Ο Ερντογάν με τη σύζυγό του στο προεδρικό παλάτι
ASSOCIATED PRESS

Θα προσπαθήσω να κάνω μια αντικειμενική, όσο γίνεται, και όχι εν θερμώ ανάλυση των ελληνοτουρκικών σχέσεων στην παρούσα συγκυρία ώστε να κάνω κάποιες συγκεκριμένες προτάσεις. Οι κύριες προτάσεις είναι η αποτίναξη του φοβικού συνδρόμου που μας διακατέχει απέναντι στην Τουρκία, η άμεση επέκταση των χωρικών υδάτων και του εναέριου χώρου μας στα 12 ναυτικά μίλια όπως έχουμε δικαίωμα, η μη συμμετοχή σε συγκεκριμένο διάλογο πριν γίνουν συγκεκριμένες κινήσεις, και ο έλεγχος των μεταναστευτικών ροών σε Ευρωπαϊκό επίπεδο μέσω περαιτέρω χρηματοδότησης της Frontex αντί μέσω χρηματοδότησης της Τουρκίας. Ξεκινάμε με τις καθοριστικές παραμέτρους της οικονομίας, της πολιτικής, της διπλωματικής και της στρατιωτικής ισχύος.

Οικονομία και πολιτική

Οικονομικά και οι δύο χώρες είναι ασθενείς, με την Ελλάδα που μόλις ξέφυγε, ας πούμε, από το ΔΝΤ και την Τουρκία υπό κανονικές συνθήκες στα πρόθυρα του ΔΝΤ θέλοντας και μη. Το ΔΝΤ είναι αυτό που λέμε ο «lender of last resort,» δηλαδή αν δεν μπορείς να αντλήσεις χρήματα από την αγορά ιδίως με λογικό επιτόκιο, η μόνη σου διέξοδος είναι διακρατικά δάνεια ή το ΔΝΤ. Αν χρειαστεί, η Ελλάδα θα αντλήσει κεφάλαια από την Ευρωπαϊκή ένωση, ενώ η Τουρκία θα προσπαθήσει να αντλήσει επιπρόσθετα κεφάλαια από το Κατάρ. Είναι δύσκολο για την Τουρκία να εκδώσει αρκετό φρέσκο χρήμα όταν έχει πρόβλημα πληθωρισμού και νόμισμα που υποτιμάτε. Η αγοραστική δύναμη των Τούρκων καταναλωτών είναι ήδη χαμηλή.

Ανεξάρτητα από πολιτικές τοποθετήσεις, η Ελλάδα έχει αυτή τη στιγμή κυβέρνηση με ισχυρή λαϊκή εντολή και υψηλό ποσοστό αποδοχής. Η Ελλάδα έχει ισχυρούς συμμάχους που έχουν έμπρακτα δείξει την υποστήριξη τους, όπως ΗΠΑ, Γαλλία, Αυστρία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, Αίγυπτος, Ισραήλ και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Κάποιες από αυτές τις χώρες έχουν άμεσα οικονομικά συμφέροντα από την συνεργασία με την Ελλάδα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε τους παραδοσιακούς φίλους της Ελλάδας, τους Κούρδους και τους Αρμένιους.

Ο κ. Ερντογάν στηρίζεται στους φανατικούς εθνικιστές και ισλαμιστές, και στην αυταρχική εξουσία. Μόλις το 2016 είχε να αντιμετωπίσει ένα coup détat που τον έφερε αντιμέτωπο με τον στρατό και τους υποστηρικτές του κοσμικού (secular) κράτους. Οι μαζικές διώξεις και απολύσεις που έκανε δεν τον βοηθούν. Η κατάσταση της οικονομίας δεν τον βοηθάει. Οι πολίτες ψηφίζουν με την τσέπη τους. Ο κ. Ερντογάν ουσιαστικά πνέει τα λοίσθια. Απόδειξη η Αγία Σοφία που δείχνει την αδυναμία του κ. Ερντογάν, όπως πολλοί αναλυτές έχουν πει. Για να κάνει κάτι που ο ίδιος θεωρούσε παγίδα ως πρόσφατα σημαίνει ότι κάνει ενσυνειδήτως πολύ ριψοκίνδυνες κινήσεις ελπίζοντας να του βγουν (είναι αυτό που στη θεωρία λέμε «στοιχηματίζοντας για ανάσταση» («gambling for resurrection») όταν τα πράγματα δεν δουλεύουν). Η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί είναι προφανώς για εσωτερική κατανάλωση που ικανοποιεί τους φανατικούς εθνικιστές και ισλαμιστές, αλλά δυσαρεστεί όλο τον πολιτισμένο κόσμο και τους Χριστιανούς ανά την υφήλιο. Ο κ. Ερντογάν στηρίζεται στην προσωπική σχέση με τον κ. Τραμπ που μπορεί όντως να υπάρχει, και στον πιθανό αλληλοθαυμασμό, αλλά η θητεία του κ. Τραμπ τελειώνει και η επανεκλογή του είναι αρκετά αμφίβολη προς το παρόν. Ο κ. Πούτιν από την άλλη, όπως είπε και ο ίδιος, θα πρέπει να ακούσει τη Ρωσική κοινή γνώμη, και την Ρώσο-Ορθόδοξη εκκλησία, αν οι αντιδράσεις ενδυναμωθούν. Ο κ. Ερντογάν κάνει τα πάντα για να απολιθωθεί στην εξουσία. Όχι μόνο γιατί φαίνεται να λατρεύει την εξουσία, αλλά πιθανώς γιατί η εξουσία αυτή έχει συνδεθεί με σκάνδαλα τα οποία θα έρθουν στην επιφάνεια πιο ξεκάθαρα όταν δεν θα είναι πλέον στην εξουσία. Έχει κάνει τόσους εσωτερικούς εχθρούς που πολλοί θα προσπαθήσουν να τον εκδικηθούν, και το ξέρει. Συνεπώς η παραμονή στην εξουσία είναι μονόδρομος για αυτόν.

Η συνεργασία με Ρωσία στη Συρία και στη Λιβύη παρότι εκ πρώτης όψεως φαίνεται περίεργη και ασταθής, με την έννοια ότι Ρωσία και Τουρκία υποστηρίζουν αντίπαλα στρατόπεδα, στην πραγματικότητα έχει μία ψυχρή λογική και μπορεί να είναι πολύ σταθερή, διότι καμία χώρα από μόνη της δεν θα μπορούσε να επέμβει. Συγκεκριμένα, η κάθε μια χώρα από μόνη της θα προκαλούσε σοβαρές αντιδράσεις. Εν αντιθέσει, ο συνδυασμός τον δύο χωρών εφησυχάζει τις ανησυχίες ορισμένων θεωρώντας ότι η Τουρκία εξισορροπεί ή ενδομύχως πολεμάει την Ρωσία, εφόσον άλλες χώρες δεν θέλουν να εμπλακούν. Αυτό είναι το αφήγημα της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ. Στην πραγματικότητα είναι πιθανό η υποτιθέμενη υπολανθάνουσα αντιπαλότητα ανάμεσα σε Ρωσία και Τουρκία να ρίχνει στάχτη στα μάτια του κόσμου και να εκφράζει τον απ’ ευθείας διαμερισμό τον αποκτηθέντων εδαφών ή τον έλεγχο των πόρων. Αν αυτή η υπόθεση είναι σωστή, είναι ένα πάρα πολύ έξυπνο σχέδιο.

Όμως, ο κ. Ερντογάν έχει κάνει πολλά στρατηγικά λάθη. Η όποια συνεργασία με τη Ρωσία, η απόκτηση των S-400, η συνεργασία με το Ιράν, η εισβολή στη Συρία, στη Λιβύη και στο Ιράκ, η απειλή εισβολής στην Αρμενία, και τέλος η συνεχής καταπάτηση τις Κυπριακής και της Ελληνικής κυριαρχίας έχει δημιουργήσει πολλούς και ισχυρούς εχθρούς και έχει ήδη ξεπεράσει πολλές κόκκινες γραμμές. Η Τουρκία έχει επεκταθεί σε πολλά ανοιχτά μέτωπα. Ακόμα και η Γερμανία που παραδοσιακά έχει καλές σχέσεις με την Τουρκία, έχει ισχυρά οικονομικά οφέλη, έχει πολλούς ψηφοφόρος τουρκικής καταγωγής, και ανησυχεί για τις μεταναστευτικές ροές, θα δυσκολευτεί να δικαιολογήσει την επιδεινούμενη παραβατική συμπεριφορά της Τουρκίας. Όποιος ξέρει τον Δυτικό τρόπο συμπεριφοράς, καταλαβαίνει ότι οι Δυτικοί σου τραβάνε το χαλί κάτω από τα πόδια εκεί που δεν το περιμένεις

Διπλωματική ισχύς

Η Ελλάδα στο παρελθόν δεν χειριζόταν σωστά τη διπλωματική γλώσσα. Πήγαινε με σημαία τα εθνικά δίκαια που δυστυχώς ποσώς ενδιαφέρουν άλλα κράτη. Όμως πλέον έχει αρκετά χρόνια στην Ευρωπαϊκή Ένωση και έχει μάθει να επικοινωνεί. Οι νέοι πολιτικοί, ιδίως, έχουν γαλουχηθεί στη Δυτική νοοτροπία. Η Ελλάδα αυτή τη στιγμή είναι διπλωματικά πολύ ισχυρή, και όχι μόνο στο Δυτικό κόσμο. Η Τουρκία από την άλλη μεριά συνεχίζει τις αυθαιρεσίες και τα ανατολίτικα τερτίπια και παζάρια που κουράζουν τους πάντες ad nauseam. Ιδίως όταν υπάρχουν σημαντικότερα προβλήματα να αντιμετωπιστούν όπως ο Covid-19 και οι οικονομικές συνέπειες…

Στρατιωτική ισχύς

Η Ελλάδα έχει ένοπλες δυνάμεις πολύ μεγαλύτερες και ακριβότερες σε σχέση με τον πληθυσμό και την έκταση που έχει να προστατεύσει. Η Τουρκία έχει την αριθμητική ισχύ εν γένει, αλλά έχει πολύ μεγαλύτερη επικράτεια να προστατεύσει, και όπως είπαμε και πριν είναι εκτεθειμένη σε πολλά ανοιχτά μέτωπα. Βασικός παράγοντας εδώ είναι η αεροπορική ισχύς, και όπως είναι γνωστό ο κ. Ερντογάν έχει εκδιώξει ουκ ολίγους έμπειρους πιλότους ως Γκιουλενιστές. Αυτό θα της στοιχήσει.

Συμπεράσματα

Για να έρθω στα συμπεράσματα, και λαμβάνοντας υπ’ όψιν τους ανωτέρω παράγοντες, θα ήθελα να τονίσω τέσσερα τινά.

Πρώτον, δεν είμαστε σε μειονεκτική θέση σε σχέση με την Τουρκία! Κάθε άλλο. Προσοχή διότι το φοβικό σύνδρομο των Ελλήνων δημιουργεί self-fulfilling prophecies. Δηλαδή φοβούμενοι ότι κάτι κακό θα γίνει, συμπεριφερόμαστε έτσι που μόνοι μας συνεισφέρουμε στην πρόκληση του κακού κάνοντας λάθος κινήσεις. Ένα μεγάλο παράδειγμα είναι ότι με το να μην ασκούμε το δικαίωμα που έχουμε να επεκτείνουμε τα χωρικά μας ύδατα στα 12 μίλια, κινδυνεύουμε να χάσουμε αυτό το δικαίωμα. Ένα μικρό παράδειγμα είναι ότι δεν χρειάζεται να απαντάμε σε ότι φράση ακούγεται από οποιονδήποτε στη γείτονα χώρα. Είτε μαθαίνουν τα κουμπιά μας, είτε ρίχνουμε λάδι στη φωτιά. Αν δεν ξεπεραστεί το φοβικό μας σύνδρομο και δεν πάρουμε γενναίες και γρήγορες αποφάσεις, το μέλλον μας είναι ζοφερό.

Δεύτερον, εμείς οι Έλληνες πολλές φορές απειλούμε ότι θα κάνουμε πράγματα που μετά δεν κάνουμε. Και στην πραγματικότητα υποχωρούμε συνεχώς. Όμως, ιδίως στις παρούσες συνθήκες, έχουμε δύο επιλογές. ’Η θα πρέπει να υπερασπιζόμαστε τα δικαιώματά μας και να πραγματοποιούμε τις υποσχέσεις μας ή, ακόμα καλύτερα, θα πρέπει πρώτα να κάνουμε αυτό που πρέπει να γίνει και μετά να εξηγούμε, αν χρειάζεται να εξηγήσουμε, γιατί το κάναμε. Αλλιώς, προφανώς κανείς δεν μας παίρνει σοβαρά και οι απειλές χάνουν την αποτρεπτική ισχύ τους. Αν δεν δείξουμε αποφασιστικότητα έχουμε χάσει το παιχνίδι. H πολιτική του να κατευνάζουμε τους γείτονες εξ ανατολών δεν έχει αποδώσει. Συνεπώς, άμεση επέκταση των χωρικών υδάτων και του εναέριου χώρου μας στα 12 ναυτικά μίλια όπως έχουμε δικαίωμα. Αυτό θα μειώσει δραστικά τις αξιώσεις της Τουρκίας. Εμείς πρέπει να κάνουμε ότι είναι καλύτερο για εμάς, ενώ η Τουρκία κάνει ότι είναι καλύτερο για αυτήν. Αν έχουμε ένα νομικό δικαίωμα το οποίο δεν το ασκούμε, αυτό στέλνει σινιάλο αδυναμίας, και μπορεί στο τέλος κάλλιστα το δικαίωμα να γίνει αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Το επιχείρημα ότι θα ασκήσουμε το δικαίωμα μας όποτε εμείς θέλουμε δεν είναι αστείο, αλλά σίγουρα είναι επικίνδυνο. Από την άλλη, το casus belli είναι μη αξιόπιστη απειλή (non-credible threat) διότι αν το αγνοήσουμε και επεκτείνουμε τα χωρικά μας ύδατα και τον εναέριο χώρο στα 12 ναυτικά μίλια, η Τουρκία δεν μπορεί να κάνει πόλεμο για κάτι για το οποίο είχαμε νόμιμο δικαίωμα να κάνουμε χωρίς σοβαρές μετέπειτα κυρώσεις. Τουναντίον, η επέκταση θα βελτιώσει σημαντικά την διαπραγματευτική μας θέση.

Επίσης, η Τουρκία θα χάσει το έρεισμα του πως μπορούμε να έχουμε χωρικά ύδατα 6 μιλίων και εναέριο χώρο 10 μιλίων, που οδηγεί σε παραβιάσεις του εναέριου χώρου μας. Αφού επεκτείνουμε τα χωρικά ύδατα στα 12 μίλια, πρέπει να προχωρήσουμε σε άμεση συμφωνία με τους Κύπριους αδελφούς μας για Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ). Μετά πρέπει να έρθουμε σε συμφωνία με το κοινοβούλιο της Λιβύης. Και ελπίζουμε οι συνομιλίες με τους Αιγύπτιους φίλους μας να αποδώσουν επίσης.

Τρίτον, όσον αφορά το διάλογο και τη «μυστική» διπλωματία, η γνώμη μου είναι ότι αυτό είναι πολύ ολισθηρή πλαγιά (slippery slope). Προφανώς πάντα πρέπει να υπάρχουν δίαυλοι επικοινωνίας, αν μη τι άλλο για να καθορίζονται οι κανόνες του παιχνιδιού. Διάλογος για άλλα θέματα, π.χ. τουρισμός, αντιμετώπιση Covid-19 κ.λ.π, είναι ευπρόσδεκτος. Αλλά δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για διάλογο στα μεγάλα εθνικά θέματα. Πρέπει πρώτα να γίνουν οι ανωτέρω κινήσεις και μετά ο διάλογος. Το Βερολίνο κυρίως θα μας πιέσει για διάλογο που πριν το καταλάβουμε θα γίνει διαπραγμάτευση…

Τέταρτον, καλή είναι η όποια συνεισφορά της Τουρκίας στον έλεγχο των μεταναστευτικών ροών, αλλά εφόσον η Τουρκία χρησιμοποιεί τις ροές σαν στρατηγικό πιόνι, η Ευρώπη καλύτερα να διαθέσει στην Frontex τα δις που συνεισφέρει στην Τουρκία και να αντιμετωπίσει απ’ ευθείας το πρόβλημα. ’Έτσι θα χάσει το διαπραγματευτικό αυτό χαρτί η Τουρκία.

Οπως είπαμε η Τουρκία έχει δημιουργήσει πολλούς και ισχυρούς εχθρούς, και έχει επεκταθεί σε πολλά ανοιχτά μέτωπα. Κανείς δεν θέλει μία χώρα που προσπαθεί να γίνει αυτοκρατορία στη γειτονιά του. Σε περίπτωση σύρραξης, η Τουρκία θα έχει να αντιμετωπίσει πολλαπλά μέτωπα στη Λιβύη, Συρία, Ιράκ, με Κούρδους και πιθανώς Αρμενία, και οικονομικές και άλλες κυρώσεις που τις απεχθάνεται. Και εννοείτε ότι το Ευρωπαϊκό άρμα έχει φύγει από την Τουρκία προ πολλού. Δεν χρειάζεται να πούμε τίποτα πάρα πάνω.

Τέλος, δεν συμφωνώ με τις πεσιμιστικές απόψεις ότι θα είμαστε μόνοι μας. Δεν νομίζω να είμαστε μόνοι μας αφού τώρα δεν είμαστε μόνοι μας, αλλά ας προετοιμαστούμε για το χειρότερο, να είμαστε μόνοι μας, ελπίζοντας προς το καλύτερο, ότι θα έχουμε συμμάχους.

 

Ο Φάνης Τσουλουχάς είναι Καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, Μερσέντ. Αυτό το άρθρο περιέχει αυστηρά προσωπικές απόψεις που δεν αντίκεινται στον φίλο Τουρκικό λαό αλλά στην τωρινή ηγεσία του, και δεν αντιπροσωπεύουν το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας.