Μικρά κράτη, συμμαχίες και ένοπλες συγκρούσεις: Το ζήτημα της Ελλάδας

Ποιος θα μας συνδράμει σε περίπτωση πολεμικής σύγκρουσης με την Τουρκία; Τι πρέπει να κάνει η Ελλάδα;
Open Image Modal
Ασκηση του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού
Eurokinissi

Το άρθρο συνυπογράφουν οι Δρ. Βαγγέλης Χωραφάς διευθυντής της ιστοσελίδας γεωπολιτικής, Geoeurope.org. και ο Δρ Πολυχρόνης Ναλμπάντης Υποστράτηγος ε.α.

Συνήθως, η αναλογία μεταξύ μεγάλης/μικρής δύναμης για την περίοδο από το 1816 έως το 1990 και αναφορικά με τις εθνικές δυνατότητες, περιγράφεται ως η συνάρτηση των παραμέτρων: στρατιωτικό προσωπικό, στρατιωτικές δαπάνες, κατανάλωση ενέργειας, παραγωγή σιδήρου και χάλυβα, συνολικός πληθυσμός κράτους και αστικός πληθυσμός και η οποία αντιστοιχεί ως εξής:  12: 1, 23: 1, 16: 1, 14: 1,6: 1 και 8: 1.

Έτσι λοιπόν, ως μικρές δυνάμεις δύνανται να οριστούν τα κράτη που οι διπλωματικοί και υλικοί τους πόροι είναι τόσο περιορισμένοι, ώστε οι ηγέτες τους επικεντρώνουν την υψηλή στρατηγική κυρίως στην εξασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας του κράτους και όχι στην επιδίωξη πιο εκτεταμένων περιφερειακών στόχων.

Είναι γνωστό ότι μία από τις πιο κρίσιμες λειτουργίες των κυρίαρχων κρατών είναι η προστασία των πολιτών τους και η εξασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας από οποιαδήποτε ξένη στρατιωτική επίθεση.

Για το σκοπό αυτό, τα κράτη συνήθως βασίζονται σε κάποιο συνδυασμό δυνατοτήτων, όπως στις ένοπλες δυνάμεις, στην διπλωματία, αλλά και σε αξιόπιστες δεσμεύσεις μιας συμμαχίας, που υπόσχεται στρατιωτική βοήθεια.

Τα κράτη αυτά, συνήθως, δεν έχουν τη δυνατότητα κινητοποίησης σημαντικών πόρων για την εξασφάλιση της στρατιωτικής τους ετοιμότητας, ενδιαφέρονται για την ευημερία των πολιτών τους αλλά ταυτόχρονα είναι διατεθειμένα να μειώσουν τις απαιτήσεις τους για ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική, ενώ έχουν ισχυρό κίνητρο να εμπιστεύονται την ασφάλειά τους σε υποσχέσεις μιας συμμαχικής υποστήριξης.

Έτσι η μικρή δύναμη (το ασθενές κράτος) επιζητεί συμμαχίες, επειδή έχει περιορισμένες δυνατότητες (πολιτικές, διπλωματικές, οικονομικές, τεχνολογικές και στρατιωτικές) -τουλάχιστον σε σύγκριση με τις μεγάλες δυνάμεις- που συχνά δεν εκτρέπουν σημαντικούς πόρους από την εγχώρια ευημερία προς όφελος της στρατιωτικής ετοιμότητας.

Τα κράτη αυτά βασίζουν την ασφάλειά τους σε μια στρατιωτική συμμαχία (γραπτή και επίσημη συμφωνία, συνθήκη ή σύμβαση) με ισχυρά κράτη, που δεσμεύονται να συντονίσουν τη συμπεριφορά και τις πολιτικές τους για την αντιμετώπιση συγκεκριμένης πιθανής στρατιωτικής σύγκρουσης. Όσο πιο επιθετικός είναι ο εξωτερικός εχθρός και η στρατιωτική του απειλή αξιολογείται ως πολύ σημαντική και επικίνδυνη, τόσο η συναφθείσα επίσημη συμμαχία είναι πιο συνεκτική και ισχυρή.

Σε αντίθεση με τους συνασπισμούς (δέσμευση δύο ή περισσότερων κρατών με σκοπό να συντονίσουν τη συμπεριφορά και τις πολιτικές τους, προκειμένου να εκτελέσουν συγκεκριμένες υπηρεσίες και δράσεις ή να επιδιώξουν συγκεκριμένους στόχους), οι στρατιωτικές συμμαχίες ασχολούνται κυρίως με θέματα στρατιωτικής ασφάλειας.

Ο βαθμός αλληλοεπικάλυψης και εγκάρσιας σχέσης σε συμμαχικές δεσμεύσεις εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το εάν η στρατιωτική ασφάλεια περιλαμβάνει μια ποικιλία όχι μόνο στρατιωτικών δράσεων, αλλά και μη στρατιωτικών πτυχών, όπως είναι το εμπόριο ή τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Ο πρωταρχικός στόχος των στρατιωτικών συμμαχιών είναι να εγγυηθούν την ακεραιότητα και την ασφάλεια κάθε υπογράφοντος βάσει της συλλογικής στρατιωτικής άμυνας.

Υπάρχουν τρεις βασικοί τύποι στρατιωτικών συμμαχιών:

Πρώτον, η στρατιωτική συμμαχία είναι ένα αμυντικό σύμφωνο, το οποίο απαιτεί από τους υπογράφοντες να παρέμβουν με στρατιωτική δύναμη για λογαριασμό οποιουδήποτε εταίρου της συμμαχίας, που εμπλέκεται σε ένοπλες εχθροπραξίες.

Δεύτερον, είναι η συνθήκη για μη επιθετικότητα/ουδετερότητα, στην οποία οι υπογράφοντες δεσμεύονται να μην καταφεύγουν σε στρατιωτική δράση εναντίον οποιουδήποτε εταίρου της συμμαχίας.

Τρίτον, είναι μια συμφωνία, όπου οι υπογράφοντες απλώς δεσμεύονται να διαβουλεύονται μεταξύ τους σε περίπτωση στρατιωτικών αλληλεπιδράσεων.

Ίσως το πιο συχνά αναφερόμενο παράδειγμα αμυντικού συμφώνου είναι ο Οργανισμός Συνθήκης του Βόρειου Ατλαντικού (ΝΑΤΟ), που ιδρύθηκε το 1949. Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας συνθήκης περί μη επιθετικότητας/ουδετερότητας ήταν το Σύμφωνο Hitler-Stalin του 1939, καθώς και η βρετανική-γαλλική Entente Cordiale (Αντάντ/Εγκάρδια Συμφωνία) του 1904.

Μια επίσημη στρατιωτική συμμαχία έχει συνήθως ως αντικειμενικό σκοπό την συλλογική άμυνα, που σημαίνει ότι τα μέλη χρησιμοποιούν τις στρατιωτικές τους δυνατότητες και επιδιώκουν με συλλογική προσπάθεια την προστασία των μελών της συμμαχίας από πιθανή στρατιωτική επίθεση από έναν σαφώς καθορισμένο αντίπαλο εκτός της συμμαχίας.

Πολύ συχνά, ωστόσο, μια συμμαχία προσφέρει όχι μόνο συλλογική άμυνα, αλλά επίσης εξυπηρετεί τη λειτουργία της συλλογικής ασφάλειας. Κάτω από τη συλλογική ασφάλεια, οι σύμμαχοι προστατεύουν ο ένας τον άλλον από πιθανή στρατιωτική επίθεση από οποιονδήποτε πιθανό αντίπαλο εντός της ίδιας συμμαχίας.

Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, το ΝΑΤΟ συνδέθηκε κυρίως με τη συλλογική άμυνα ενάντια σε πιθανή στρατιωτική επίθεση υπό την ηγεσία της Σοβιετικής Ένωσης, ενός σαφώς καθορισμένου αντιπάλου έξω από τη συμμαχία του Βόρειου Ατλαντικού. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το ΝΑΤΟ παρείχε και εξακολουθεί να παρέχει, συλλογική ασφάλεια ενάντια σε πιθανή στρατιωτική επίθεση από οποιονδήποτε πιθανό αντίπαλο στα κράτη-μέλη του. Από την άλλη πλευρά, οι στρατιωτικές συμμαχίες βασίζονται συχνά σε αντιστάθμισμα, αντάλλαγμα ή συμβιβασμό μεταξύ «ασφάλειας» ή «ικανότητας» για την διατήρηση του status quo, αλλά και της «αυτονομίας» ή της «ευκαιρίας» που θα επιφέρει την αλλαγή του status quo.

Τα μικρά κράτη μπορούν και επιδιώκουν συμμαχίες προκειμένου να αυξήσουν την ασφάλειά τους στη βάση των εγγυήσεων των μεγάλων δυνάμεων για την προστασία των εδαφών και των πληθυσμών τους από τη στρατιωτική επιθετικότητα άλλου κράτους.

Αντίθετα, οι μεγάλες δυνάμεις, ή οι υπερδυνάμεις, μπορεί να ενδιαφέρονται για συμμαχίες με μικρά κράτη όχι τόσο για να υπερασπιστούν τα εδάφη και τους πληθυσμούς τους, αλλά για να επεκτείνουν την επιρροή τους στη στρατιωτική και εξωτερική πολιτική ή να αρνηθούν τέτοια  επιρροή σε άλλα κράτη.

Η Ελληνική εμπειρία

Στην Ελλάδα, η υψηλή στρατηγική του Βενιζέλου κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους το 1912-13 αρχικά απέβλεπε σταθερά στην εξασφάλιση μίας βαλκανικής συνεργασίας απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Όμως, η «πολιτική του σταθμισμένου κινδύνου», αλλά και η δύναμη των τετελεσμένων γεγονότων απέναντι στην απειλή να βρεθεί η Ελλάδα απομονωμένη και να υποστεί αρνητικά τις συνέπειες των εξελίξεων, που κυοφορούνταν στον χώρο της νότιας Βαλκανικής χερσονήσου, οδήγησαν τον Βενιζέλο να προχωρήσει σε ελληνοβουλγαρική συνθήκη αμυντικής συμμαχίας.

Η συνθήκη συμπληρώθηκε με στρατιωτική σύμβαση (5 Οκτωβρίου 1912), η οποία έδινε ιδιαίτερη έμφαση στον ρόλο του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού για τον πλήρη έλεγχο στο Αιγαίο «και τη διακοπή των συγκοινωνιών του εχθρού μεταξύ Μικράς Ασίας και Ευρωπαϊκής Τουρκίας.

Η στρατιωτική σύμβαση μεταξύ Ελλάδας και Σερβίας (19 Μαΐου/8 Ιουνίου 1913) ήταν επίσης μια αμυντική συμφωνία, η οποία προέβλεπε την αμοιβαία στρατιωτική υποστήριξη σε περίπτωση πολέμου ή επιθέσεως από τον Βουλγαρικό Στρατό (με δυο μεραρχίες κατ’ ελάχιστον) και κοινό σχέδιο επιχειρήσεων από τα οικεία Γενικά Επιτελεία.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, αντί να προσπαθήσει να δημιουργήσει ένα αντίρροπο σχήμα στην αρχική συνθήκη Βουλγαρίας-Σερβίας, επιδίωξε την προσέγγιση με τους βόρειους γείτονες.

Κατόπιν, την περίοδο του Μεσοπολέμου, η οριστική κατάρρευση του συστήματος συλλογικής ασφάλειας σε συνδυασμό με τις εμφανιζόμενες απειλές στο ευρύτερο ευρωπαϊκό περιβάλλον, στα μέσα της δεκαετίας του 1930, ωθούσαν την ελληνική κυβέρνηση στην αναζήτηση τρόπων και μέσων για την κάλυψη των αμυντικών αναγκών της χώρας.

Το ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον προσανατόλισε τα βαλκανικά κράτη Ελλάδα, Ρουμανία, Γιουγκοσλαβία και Τουρκία, στην υπογραφή τετραμερούς συμφώνου Βαλκανικής Συνεννόησης (Φεβρουάριος 1934). Το Σύμφωνο απέβλεπε στην κατοχύρωση της ειρήνης στη Βαλκανική χερσόνησο, τη διασφάλιση των υφιστάμενων αμυντικών υποχρεώσεων από τη συνθήκη και τη διατήρηση του υφιστάμενου εδαφικού καθεστώτος.

Η στρατιωτική πολιτική της Ελλάδας (1932–1934) αφορούσε στις διεργασίες για τη σύσταση του Βαλκανικού Συμφώνου ή Βαλκανικής Συνεννόησης (1934) με σκοπό τη διεξαγωγή αμυντικού πολέμου, σε περίπτωση εισβολής από τρίτα κράτη στην Χερσόνησο (Γερμανία, Ρωσία, Ιταλία, Βουλγαρία, Αλβανία και Ουγγαρία).

Από το 1936 και μετά, η στρατιωτική στρατηγική της Κυβέρνησης είχε καθορίσει ως εθνικό αντικειμενικό σκοπό την πολεμική προπαρασκευή των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, αφενός για την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων, λόγω επικύρωσης στην Αθήνα της στρατιωτικής σύμβασης της Βαλκανικής Συνεννόησης (1936) και αφετέρου για τη δυνατότητα αντιμετώπισης της Βουλγαρίας, σε περίπτωση διμερούς πολεμικής σύγκρουσης με την Ελλάδα, χωρίς εξωτερική στρατιωτική βοήθεια, ενώ η Βουλγαρία θα είχε την πρωτοβουλία για την έναρξη των εχθροπραξιών.

Γενικά, η Βαλκανική Συνεννόηση παρείχε τον χρόνο, ώστε να καταστεί αυτάρκης η Ελλάδα έναντι του Βουλγαρικού κινδύνου, χωρίς να υπερχρεωθεί η οικονομία της Χώρας.

Το διεθνές περιβάλλον

Στο σημερινό διεθνές περιβάλλον, οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και η νέα Αμερικανική Κυβέρνηση επιδιώκει την ανάσχεση της Ρωσίας στην Ανατολική Ευρώπη και την ανάσχεση της Κίνας στον δυτικό Ειρηνικό Ωκεανό, δηλαδή την κλασσική εφαρμογή του δόγματος «containment» του Αμερικανού πρέσβη George Kennan.

Παράλληλα, η αναθεωρητική και νέο-οθωμανική Τουρκία, την τελευταία πενταετία, επεδίωξε αργά και σταθερά την στρατιωτική της παρουσία και παρέμβαση στη Μαύρη θάλασσα, τη Συρία και το βόρειο Ιράκ, τη Λιβύη, την Αλβανία, το Κατάρ τη Σομαλία και το Ναγκόρνο Καραμπάχ. Δηλαδή επέτυχε μια σημαντική παρουσία σε μια εκτενέστατη γεωπολιτική περιοχή από την Μαύρη θάλασσα, μέχρι την ανατολική και κεντρική Μεσόγειο, καθώς και την Ερυθρά θάλασσα.

Υπό αυτές τις συνθήκες η Ελλάδα και οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, χωρίς καμία συμμαχική-νατοϊκή συνδρομή, αντιμετώπισαν αποτελεσματικά και νικηφόρα τον υβριδικό πόλεμο της Τουρκίας στα μέτωπα του Έβρου, του Αιγαίου Πελάγους και της Ανατολικής Μεσογείου (2019-2020).

Επίσης,  η Ελλάδα, μέσω ενεργής αμυντικής διπλωματίας του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (ΥΕΘΑ Παναγιωτόπουλος-ΥΦΕΘΑ Στεφανής), αλλά και του Αρχηγού ΓΕΕΘΑ στρατηγού Κωνσταντίνου Φλώρου, εξισορρόπησαν την τουρκική απειλή και τον τουρκικό αναθεωρητισμό σε όλα τα θέατρα των συγκρούσεων, μέσω σύναψης στρατιωτικών συνεργασιών, όπως με την υπερδύναμη των Η.Π.Α.-η τελική αμυντική συμφωνία δεν έχει ακόμα υπογραφεί- άλλα και με ισχυρά κράτη της ευρύτερης περιοχής της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, όπως με το Ισραήλ, την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και την Κύπρο.

Σύμφωνα δε με το κείμενο του νομοσχεδίου των Αμερικανών γερουσιαστών Ρόμπερτ Μενέντεζ και Μάρκο Ρούμπιο, που έχει τίτλο «Νόμος περί άμυνας και διακοινοβουλευτικής εταιρικής σχέσης ΗΠΑ-Ελλάδας 2021», ενώ φιλοδοξεί να οικοδομήσει πάνω στη δυναμική που δημιούργησε ο νόμος «East Med Act» και προβλέπει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για την αναβάθμιση της αμυντικής συνεργασίας και την υποστήριξη του εκσυγχρονισμού των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά όπως είναι φυσικό, δεν προβλέπει ρήτρα στρατιωτικής συνδρομής σε περίπτωση επίθεσης κατά της Ελλάδας.

Επιπρόσθετα, το ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκή Ένωση ενδιαφέρονται για την αποκλιμάκωση της πολεμικής έντασης μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας.

Η λειτουργία του ΝΑΤΟ

Όμως, το ερώτημα παραμένει επίκαιρο και αφορά, στο ποιες διμερείς ή πολυμερείς αμυντικές συμμαχίες με ρήτρα αμοιβαίας στρατιωτικής συνδρομής δύναται να συνάψει η Ελλάδα, ώστε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την αναθεωρητική Τουρκία.

Ο Οργανισμός Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ) είναι ένας από τους σημαντικότερους διεθνείς θεσμούς. Είναι μια πολιτική και στρατιωτική συμμαχία, που συγκεντρώνει 30 μέλη-κράτη από την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Τα κράτη αυτά συνεργάζονται στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας. Προς το σκοπό αυτό, το ΝΑΤΟ αποτελεί ένα μοναδικό συνδετικό κρίκο μεταξύ αυτών των δυο ηπείρων για πολιτική συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας και άμυνας.

Το ΝΑΤΟ παρέχει ευκαιρία στα κράτη-μέλη και στους εταίρους να διαβουλεύονται για θέματα ασφάλειας, με σκοπό την οικοδόμηση εμπιστοσύνης και μακροπρόθεσμα την πρόληψη των συγκρούσεων. Επίσης, δια μέσου της πρακτικής συνεργασίας και των πολυμερών πρωτοβουλιών, τα κράτη-μέλη αντιμετωπίζουν από κοινού τις νέες προκλήσεις για την ασφάλεια στον 21ο αιώνα. Καθώς αλλάζει η φύση των απειλών, αλλάζουν και οι μέθοδοι για τη διατήρηση της ειρήνης.

Το ΝΑΤΟ αναπροσανατολίζει τις αμυντικές του δυνατότητες προς την κατεύθυνση των απειλών του σήμερα. Εναρμονίζει τις δυνάμεις του και αναπτύσσει πολυεθνικές προσεγγίσεις για την τρομοκρατία, τα αποτυχημένα κράτη και τις άλλες απειλές για την ασφάλεια, όπως είναι τα όπλα μαζικής καταστροφής. Τέλος για την οικοδόμηση της ειρήνης και της σταθερότητας σε εμπόλεμες περιοχές, το ΝΑΤΟ αναλαμβάνει ένα ενεργό ρόλο στις επιχειρήσεις διαχείρισης κρίσεων, σε συνεργασία με άλλους διεθνείς οργανισμούς.

Βέβαια, το ΝΑΤΟ, σύμφωνα με το άρθρο 5 της ιδρυτικής του διακήρυξης περί συλλογικής ασφάλειας (collective defence), δεσμεύεται για την προστασία των μελών του με πολιτικά και στρατιωτικά μέσα. Επίσης, ενθαρρύνει τη διαβούλευση και τη συνεργασία με μη-Νατοϊκά κράτη σε ένα ευρύ φάσμα σχετιζόμενων με την ασφάλεια τομέων, όπως είναι η αμυντική μεταρρύθμιση και η διατήρηση της ειρήνης.

Παράλληλα επεμβαίνει με μηχανισμούς διαχείρισης κρίσεως, ώστε να επιλύει διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών του και να αποκλιμακώνει την ένταση.

Τέλος, οι αποφάσεις στο ΝΑΤΟ είναι η έκφραση της συλλογικής επιθυμίας όλων των κρατών-μελών, και όταν συμφωνηθεί μια επιχείρηση από το Βορειοατλαντικό Συμβούλιο, τότε τα κράτη-μέλη συνεισφέρουν τις στρατιωτικές τους δυνάμεις σε εθελοντική βάση, ενώ ο συντονισμός και η διεξαγωγή των επιχειρήσεων ανήκει στη στρατιωτική δομή διοίκησης του ΝΑΤΟ.

Από την άλλη πλευρά, η διαχείριση κρίσεων γίνεται πιο επιτακτική και αναγκαία στη νέα τάξη πραγμάτων, όπως έχει διαμορφωθεί, αλλά και από τις νέες στρατηγικές επιδιώξεις των χωρών ή των Συμμαχιών που πρωταγωνιστούν στις διεθνείς εξελίξεις.

Ιδιαίτερα η Ελλάδα το έχει βιώσει αυτό στη σύγχρονη ιστορία της με πολλαπλά παραδείγματα και καταστάσεις, τα οποία είτε ονομάστηκαν με το αναφερθέν όνομα είτε χειρίστηκαν με αντίστοιχο τρόπο. Οι εννέα πόλεμοι και ένας εμφύλιος, που διεξήχθησαν σε 52 χρόνια το πρώτο μισό του 20ού αιώνα (1897-1949), για τη χώρα μας σε διμερές ή συμμαχικό επίπεδο, αλλά και οι πολλαπλές εντάσεις- κρίσεις με την Τουρκία στο δεύτερο μισό επιβεβαιώνουν την ιδιαιτερότητα του θέματος με έκβαση  άλλοτε θετική και άλλοτε αρνητική.

Ο 21oς αιώνας για τη χώρα μας έχει μπει πιο δυναμικά στο θέμα διαχείρισης κρίσεων σε συνδυασμό με τα γεωπολιτικά συμφέροντα των χωρών της ευρύτερης περιοχής μας.

Το ΝΑΤΟ και η ΕΕ έχουν παρόμοιο σύστημα διαχείρισης κρίσεων  και τα κράτη μέλη αντίστοιχα έχουν την υποχρέωση αφενός να συμμετέχουν σε αυτά, αλλά και να προσαρμόσουν το αντίστοιχο εθνικό τους σύστημα διαχείρισης κρίσεων.

Στις πρόσφατες συμμαχικές προσπάθειες βελτίωσης της Διαχείρισης Κρίσεων είναι η μείωση του χρόνου αντίδρασης σε ταχέως εξελισσόμενες καταστάσεις.

Προς τούτο το ΝΑΤΟ και η ΕΕ αφενός έχουν προβλέψει την γρήγορη ανάπτυξη Δυνάμεων Ταχείας Αντίδρασης με σχετικά μικρό χρόνο ετοιμότητας και αφετέρου έχουν προβεί σε διαδικασίες ταχείας λήψης απόφασης.

Επιπρόσθετα, η εκπόνηση κάποιων ενδεχόμενων σχεδίων συμβάλλει σε αυτό και μειώνει το χρόνο μεταξύ των Φάσεων Διαχείρισης Κρίσεων, αλλά την αντίστοιχη επιτελική σχεδίαση σε στρατηγικό και επιχειρησιακό επίπεδο.

Η διαχείριση κρίσεων πρέπει να αξιοποιεί στο μέγιστο τις δυνατότητες μιας χώρας (ή συμμαχίας), τα αντανακλαστικά της, τις στρατηγικές επιλογές, δυνητικά ή σε συνδυασμό, κατά την εξέλιξη της κρίσεως, την ισχύ των Συμμαχιών της, που μπορεί να βοηθήσουν και ιδιαίτερα την συνδυαστική αξιοποίηση της λεγόμενης smart power+soft power (πολιτικές, διπλωματικές, νομικές ενέργειες: δηλαδή αυτές που δεν έχουν ιδιαίτερο κόστος) +hard power (οικονομικές, στρατιωτικές: έχουν κόστος).

Η λειτουργία της Ε.Ε.

Από την άλλη πλευρά, η ενεργοποίηση της ρήτρας «αμοιβαίας συνδρομής», δηλαδή του άρθρου 42 (7) της Συνθήκης της ΕΕ (ΣΕΕ) για παροχή στρατιωτικής βοήθειας, έγινε για πρώτη φορά από την Γαλλία, μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι στις 13 Νοεμβρίου 2015 και στη συνέχεια τα κράτη-μέλη (κ-μ) έλαβαν άμεσα ομόφωνη απόφαση για παροχή βοήθειας.

Όμως, μόνο δυο κράτη-μέλη, η Μεγάλη Βρετανία και η Γερμανία προσέφεραν άμεσα στρατιωτική υποστήριξη και συμμετείχαν στις επιχειρήσεις εναντίον του ISIS στη Συρία, και τούτο πραγματοποιήθηκε με σημαντική καθυστέρηση, γατί απαιτούνταν λήψη απόφασης από τα εθνικά κοινοβούλια, και τούτο πραγματοποιήθηκε αρχικά από την Βρετανία στα μέσα του Δεκεμβρίου 2015.

Συνεπώς, η ενεργοποίηση του άρθρο 42 (7) της Συνθήκης της ΕΕ (ΣΕΕ) από την Ελλάδα, σε περίπτωση ελληνοτουρκικής ένοπλης σύγκρουσης, και με δεδομένες τις ευρωπαϊκές αδυναμίες και τα αποκλίνοντα συμφέροντα των κρατών μελών, θα καθυστερήσει  σημαντικά να λειτουργήσει από την έναρξη της σύγκρουσης,  ενώ συνήθως το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών διαβεβαιώνει περί άμεσης εφαρμογής του.

Όμως, η πρόσφατη πολεμική σύγκρουση των 11 ημερών μεταξύ Ισραήλ και της Παλαιστινιακής Χαμάς στην Λωρίδα της Γάζας, επέδειξε την αδυναμία στρατιωτικής παρέμβασης από τον διεθνή παράγοντα.

Έτσι λοιπόν, διαπιστώνεται, ότι υπάρχει ένα κενό σχετικά με τη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής, για το οποίο ευθύνη φέρει και η ελληνική πλευρά, δηλαδή, όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις της περασμένης δεκαετίας.

Παρά το γεγονός ότι έχει ενεργοποιηθεί μία φορά (από τη Γαλλία, 2015), η Ελλάδα είναι συνεχώς υπό άμεση στρατιωτική απειλή από την Τουρκία, όμως δεν υπέβαλλε προτάσεις, ώστε να θεσπισθούν νέες πρακτικές ρυθμίσεις για την εφαρμογή του άρθρου 42 (7) της Συνθήκης της ΕΕ, καθώς και τη ρητή πρόβλεψη στρατιωτικής εγγύησης των εξωτερικών συνόρων της Ένωσης και εκ των πραγμάτων των ελληνικών συνόρων, στη λογική της ευρωπαϊκής κυριαρχίας.

Το σημαντικό συμπέρασμα είναι πως για την ενεργοποίηση του άρθρου 42 (7) της ΣΕΕ σχεδόν τα πάντα θα εξελιχτούν σε διμερές επίπεδο μεταξύ των κρατών-μελών στην ΕΕ. Δεν θα ξεκινήσει καμία αποστολή στο πλαίσιο της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας (CSDP). Η ΕΕ θα ενεργήσει μόνο ως «διαμεσολαβητής».

Ένα ζήτημα είναι σίγουρο: το άρθρο 42 (7) της ΣΕΕ δεν σημαίνει ότι τα κράτη-μέλη της ΕΕ μπορεί να υποχρεωθούν να διεξάγουν στρατιωτικές επιχειρήσεις ή να στείλουν στρατό παρά τη θέλησή τους. Μία εμπλοκή της Ελλάδας με την Τουρκία δεν μπορεί να είναι μακροχρόνια, επομένως η πρακτική ευρωπαϊκή συμβολή θα είναι εκ των υστέρων και όχι σημαντική.

Με τα δεδομένα αυτά, η Ελλάδα αφενός μεν θα πρέπει να προχωρήσει σε διμερείς συμφωνίες τόσο με κράτη-μέλη της ΕΕ, που έχουν τη βούληση και τις δυνατότητες να τη συνδράμουν άμεσα, μέσα στα χρονικά περιθώρια στα οποία θα εκδηλωθεί μία ενδεχόμενη κρίση,  και αφετέρου να συνάψει αμυντικές συμφωνίες με κράτη της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, που επιθυμούν να αναχαιτίσουν τον τουρκικό αναθεωρητισμό και επεκτατισμό στην γεωπολιτική τους περιοχή.

Ωστόσο, όπως δείχνει η περίπτωση της Γαλλίας, αλλά εν δυνάμει και της Ελλάδας, απαιτείται μια επιτυχημένη υπερεθνικοποίηση της ρήτρας του άρθρου 42 (7) της ΣΕΕ, δηλαδή να ενεργοποιείται άμεσα και τα κράτη-μέλη να διαθέτουν με ταχύτητα τα στρατιωτικά μέσα και τη στρατιωτική δύναμη. Βέβαια, αυτή η προοπτική ξεφεύγει από τα συμφέροντα κάποιων κρατών της ΕΕ και των κυρίαρχων οικονομικών ελίτ, που αντιμετωπίζουν την ΕΕ ως χώρο εμπορικών συναλλαγών και εκμετάλλευσης και όχι ως ενιαίο γεωπολιτικό παράγοντα.

Τέλος, το ΝΑΤΟ απαγορεύει στις Βρυξέλλες κάθε συζήτηση για τυχόν συγκρότηση συμμαχίας από κράτη-μέλη εναντίον άλλου κράτους-μέλους, διότι τούτο αντίκειται στο θεμελιώδες άρθρο 5 περί συλλογικής άμυνας-ασφάλειας, αλλά και ιστορικά το ΝΑΤΟ έχει αποδείξει ότι δεν θα είναι εκ των πραγμάτων με την Ελλάδα, (1974 και 1996) γιατί ως Οργανισμός δεν παρεμβαίνει σε διενέξεις μεταξύ των κρατών-μελών του, πέρα από το να επιχειρήσει να τις σταματήσει ή απλά να διαχειρίζεται κρίσεις μόνο σε διπλωματικό επίπεδο.

Σε αυτή την συγκυρία το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ ενδιαφέρονται πρωτίστως για την επιστροφή της Τουρκίας στην Δύση και είναι διατεθειμένοι να κάνουν όλες τις απαραίτητες υποχωρήσεις, κάποιες από τις οποίες πιθανόν θα είναι κατά των ελληνικών συμφερόντων.

Συμπέρασμα 

Το θέμα για την Ελλάδα δεν είναι μόνο οι εκκλήσεις περί στρατιωτικών συνεργασιών, που αναμφισβήτητα οι διεθνείς εκπαιδευτικές δραστηριότητες των Ελληνικών ΕΔ δίνουν κύρος, αξιοπιστία των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων και ενισχύουν την ελληνική αποτροπή, ή ότι τα μελλοντικά εξοπλιστικά προγράμματα της χώρας θα παράγουν αμυντικές συμμαχίες με ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής-όπως κάποιοι πιστεύουν με αφορμή το πρόγραμμα των νέων φρεγατών του Ναυτικού και την αμυντική συμφωνία με την Γαλλία- διότι τούτο δεν έχει συμβεί ποτέ στην διπλωματική ιστορία.

Η Ελλάδα πρέπει να αυξήσει την αξιοπιστία της στρατιωτικής της αποτροπής, να ενισχύσει την άμυνά της και να επιτύχει τους διπλωματικούς της στόχους, ώστε οι Εταίροι να κατανοήσουν, ότι η Ελλάδα θα συγκρουστεί με την Τουρκία σε περίπτωση παραβίαση της εδαφικής της κυριαρχίας με όποιες αρνητικές συνέπειες για το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, ώστε οι τελευταίοι να κατανοήσουν ότι θα πρέπει τελικά να παρέμβουν εκ των προτέρων για να αποτραπεί η Ε/Τ κρίση και σύγκρουση και όχι εκ των υστέρων για να την σταματήσουν’

Προφανώς, οι αμυντικές συμφωνίες με ρητά συνδρομές θα πρέπει να αποτελεί στόχο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, αλλά όμως το ΝΑΤΟ και η ΕΕ, βρίσκονται μακριά από όλα αυτά.

Η ΕΕ όχι μόνο δεν είναι έτοιμη να στηρίξει τα κράτη-μέλη της σε περίπτωση που μια τρίτη χώρα, εκτός ΕΕ, επιτεθεί σε ένα από αυτά, ή αμφισβητήσει τα κυριαρχικά του δικαιώματα, αλλά ούτε διαθέτει ανάλογες δυνατότητες και διαδικασίες σύστασης ενισχυτικού μηχανισμού. Δεν υπάρχει δηλαδή αξιόπιστη κοινή ευρωπαϊκή άμυνα και εξωτερική πολιτική.

***

O Δρ. Βαγγέλης Χωραφάς σπούδασε Οικονομικά και έχει διδακτορικό στις Πολιτικές Επιστήμες. Εργάζεται ως σύμβουλος σε θέματα algorithmic geopolitical forecasts και crisis management. Διευθυνει την ιστοσελίδα γεωπολιτικής, Geoeurope.org.

O Πολυχρόνης Ναλμπάντης είναι Υπτγος ε.α., κάτοχος Διδακτορικού Διπλώματος του Τμήματος Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου, MPhil του King’s College του London University και Πτυχιούχος του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου.