Πλειστηριασμοί: Αρπαγή και εθνική αποικιοποίηση

Πλειστηριασμοί: Αρπαγή και εθνική αποικιοποίηση
Open Image Modal
Christian Hartmann / Reuters

Τζανακόπουλος: «Και το τραπεζικό σύστημα και η λαϊκή κατοικία μπορούν να προστατευτούν»

Τσακαλώτος: «Πλειστηριασμοί δεν χρειάζονται μόνο για να έχουμε καλές τράπεζες αλλά και για αναπτυξιακούς και κοινωνικούς λόγους. Αν οι τράπεζες δεν μπορούν να δανείσουν στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, έχουμε πρόβλημα»

Όποιος ζει στην Ελλάδα τουλάχιστον τα τελευταία 50 χρόνια γνωρίζοντας την ιστορία της, αντιλαμβάνεται τις αντιφάσεις ανάλογων δηλώσεων.

Διάσωση τραπεζών, χωρίς να «διώξουν» 122 δις κόκκινα δάνεια από πάνω τους είναι ανέφικτο. Επιπλέον, ο Τσακαλώτος λέει αλήθεια μέσα στον δημαγωγικό του λόγο. Οι τράπεζες θα σωθούν για αναπτυξιακούς κατά βάση λόγους. Η αλήθεια που υποκρύπτει είναι ότι κεντρικός πολιτικός στόχος του οικονομικού μνημονίου είναι ακριβώς η εξαφάνιση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, που υποτίθεται θέλει να χρηματοδοτήσει.

Επιπλέον, «οικονομική δημοκρατία» μέσω δίκαιης φορολογίας εισοδήματος είναι άλλο ένα υποκριτικό πυροτέχνημα του κυβερνητικού επιτελείου εφόσον οι χθεσινοί μικρομεσαίοι, τώρα θεωρούνται …κεφαλαιούχοι μεγαλοκαρχαρίες.

Στην Ελλάδα, το μεταπολεμικό μοντέλο ανάπτυξης κατά βάση στηρίχτηκε στην οικοδομή και την ιδιοκτησία γης, ως βασική παραγωγική και εμπορευματική δραστηριότητα, γεγονός που είχε πολλές πλευρές:

Μια είναι η συμβολική. Αυτή που ενσάρκωνε στις - κατεστραμμένες από τον πόλεμο - λαϊκές και μικροαστικές τάξεις τον πόθο να στεγάσουν τα όνειρά και τα παιδιά τους. Από την άλλη πλευρά, η νέα απόκτηση τίτλων ιδιοκτησίας και η απόσπαση της παραδοσιακής γαιοπροσόδου στη νέα εποχή, χαρακτήριζε την επιβίωση της γαιοκτητικής «μεγαλοαστικής» τάξης της χώρας.

Στο παραγωγικό επίπεδο, ο δύσμορφος ελληνικός καπιταλισμός στηρίχτηκε στην κατασκευή υποδομών και κατά βάση κατοικιών. Το εξαρτημένο ελληνικό κεφάλαιο, επένδυε σ’ ένα τομέα που είχε απειροελάχιστο ανταγωνισμό από τους ξένους προστάτες του, οι οποίοι επένδυαν στην Ελλάδα αποκλειστικά σε προνομιακούς τομείς (βιομηχανία, εισαγωγικό εμπόριο καταναλωτικών ειδών, ηλεκτρικές-ηλεκτρονικές συσκευές, παρακλάδια πολυεθνικών εταιριών, συναρμολόγηση, αυτοκίνητο, κ.α).

Στο επίπεδο της πάλης των τάξεων, η αστική τάξη (εξαρτημένη και παρασιτική), ενσωμάτωνε στο ίδιο πλαίσιο και την εργατική τάξη, η οποία είχε πυρήνα του, τους οικοδόμους. Παράλληλα, οι αριστεροί εργάτες, είτε από ανάγκη, είτε λόγω διώξεων, δούλευαν στην οικοδομή αρχικά ως ανειδίκευτοι και αργότερα πολλοί ως ελεύθεροι μικροεπαγγελματίες ή εργολάβοι οικοδομών. Μικροαφεντικά δηλαδή, με αριστερή ιδεολογία και παρελθόν, ενσωματωμένοι πια σ’ενα τυπικά μη-αναπτυξιακό περιβάλλον, «παραγωγικής ανάπτυξης»!

Η ελληνική ταυτότητα της ιδιοκτησίας και η κρίση

Η πραγματικότητα αυτή καθόρισε τη δομή του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, σε τομείς συναισθηματικούς, ιδεολογικούς, επιβίωσης, επενδυτικούς. «Κανείς δεν ζημιώθηκε αγοράζοντας γη» ή «Οικόπεδα με φως, νερό, τηλέφωνο στα μαγευτικά λιμανάκια της Κερατέας», διαβεβαίωναν οι μεσίτες. Πολλοί θυμόμαστε τις σιδερένιες «αναμονές» θεμελίων στις ταράτσες, έτοιμες να στηρίξουν ορόφους για τα παιδιά ή το ενοίκιο από το μαγαζί στο ισόγειο του οικογενειακού τριώροφου.

Η δομή της ελληνικής οικογένειας, ευνοούσε την κληρονομιά ακινήτων λόγω του αγροτικού παρελθόντος της και της διευρυμένης, από ένα σημείο και μετά, μεσο-ιδιοκτησιακής υφής της. Από το μικρό πατρικό στο χωριό και τις λίγες ρίζες ελιές μέχρι τις μεγάλες κληρονομιές γης και ακινήτων. Τα όποια έσοδα αναπαρήγαγαν το υπάρχον μοντέλο, εφόσον πέρα από την κατανάλωση, επενδύονταν σε διαμερίσματα, μαγαζιά ή ενοικιαζόμενα δωμάτια. Επιπλέον, τα εμβάσματα των ομογενών και των ναυτικών, επενδύονταν στην κατοικία, ενώ και ένα μεγάλο κεφάλαιο της παραοικονομίας και της φοροδιαφυγής διοχετευόταν στο γιαπί.

Αυτή η δομή «παραγωγής» εμπεριείχε ταξική «οικιστική διαστρωμάτωση», όμως καθοριστική ήταν η εκτεταμένη εξάπλωσή της, στο στρεβλό πλαίσιο της ελληνικής οικονομίας. Ταυτόχρονα, διευκόλυνε την «δημοκρατική» αλλαγή της οικονομικής/ταξικής θέσης των ανθρώπων, μέσα από την ιδιοκτησία και τα διογκωμένα εισοδήματα από αυτήν.

Στη σημερινή διεθνή κρίση, ιδιότυπο τμήμα της οποίας είναι η ελληνική κρίση, η νέα συσσώρευση κεφαλαίου βρίσκεται στα λιμνάζοντα κεφάλαια της ιδιοκτησίας. Τα 72 ειρηνικά χρόνια, από τον τελευταίο μεγάλο πόλεμο, έδωσαν τη δυνατότητα να αυξάνεται η ιδιοκτησία κυρίως κληρονομικά και με τον σχετικό «εξισωτισμό» του κευνσιανού καπιταλισμού. Η κρίση ως καταστροφή για να δημιουργήσει επανεκκίνηση παραγωγής και η αδηφάγα επέκταση του κεφαλαίου ως ιδιότητα του καπιταλισμού, χρειάζεται να αρπάξουν αυτή τη συσσώρευση.

Το φαινόμενο, αναλύει πολύ εύστοχα ο Γάλλος οικονομολόγος Τομά Πικετί στο τελευταίο του βιβλίο : «Το κεφάλαιο στον 21ο αιώνα». (Εκδόσεις Πόλις -2014). Αναφέρεται στην διαμόρφωση ενός «κληρονομικού καπιταλισμού», την ιδιοκτησία και την συγκέντρωση πλούτου στα χέρια ακόμα πιο λίγων ολιγαρχών, μέσω μιας τεράστιας αναδιανομής.

Στην Ελλάδα, η αναδιανομή αυτή περιλαμβάνει μια αποικιακού τύπου εκμετάλλευση από άλλες χώρες, πολυεθνικά κεφάλαια, παράκτιες εταιρείες και μια νέα εγχώρια διαπλεκόμενη επιχειρηματική τάξη. Αυτό το «επενδυτικό» τόξο, θα καρπωθεί την υφαρπαγή των συσσωρευμένων ιδιοκτησιακών κεφαλαίων από τα διευρυμένα ιδιοκτησιακά στρώματα.

Εντέλει, οι ευρωπαϊκοί «θεσμοί», μέσω των μνημονιακών κυβερνήσεων με αποκορύφωμα την πλέον αποτελεσματική αριστερή εκδοχή τους, κάνουν αυτό που θα έκανε, οποιοσδήποτε συνεπής καπιταλιστής. Παίρνουν τα δημόσια και ιδιωτικά κεφάλαια, για να ολοκληρώσουν την κρίση ενισχύοντας τη μεταμοντέρνα εκμετάλλευση έθνους από έθνος εντός μετα-αποικιακών μνημονίων.

Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, υποκρύπτει την πραγματικότητα αυτή, μιλώντας για «ταξική μεροληψία», κοινωνικό μέρισμα και στρατηγικούς κακοπληρωτές. Γνωρίζει τη ιδιοκτησιακή φύση της Ελλάδας αλλά συνεχίζει να μιλά ως επαναστατική δύναμη που εφορμά στα «χειμερινά ανάκτορα». Παραμένει ο κατάλληλος μοχλός λεηλασίας της απεχθούς για τους «ευρωπαίους» μικροιδιοκτησιακής Ελλάδας, καθώς η σύνθλιψη των «αντεπαναστατών μικροαστών» αποτελεί συστατικό κατάλοιπο στην αριστερή κληρονομιά της.

Η πλειστηριασμοί εντάσσονται στο πλαίσιο αυτής της αρπαγής. Το κίνημα κατά των πλειστηριασμών υπό μια έννοια έχει τη μορφή αντιαποικιακού αγώνα. Γι’αυτό τόσο ο κυβερνητικός τύπος, αντικυβερνητικές φωνές, αλλά και πολλές αριστερές « πρωτοπορίες» εντός του, σπέρνουν το ζιζάνιο μιας εμφύλιας αξιολόγησης από το φτωχόσπιτο στη βίλα. Για να μην πάρει το πρόσωπο μιας δημοκρατικής διεκδίκησης της εθνικής μας ανεξαρτησίας. Σαφώς, υπήρξε παρασιτισμός, αεριτζήδες, νεοπλουτισμός, ανηθικότητα και εκμετάλλευση. Όμως, οι κυριαρχικές ελίτ θέτοντας, ως βασική αντίθεση το ιδιοκτησιακό ξεσκαρτάρισμα, απονευρώνουν την ενεργοποίηση των πολιτών και θάβουν την ουσία της κρίσης η οποία οδήγησε όχι απλά στην αλλαγή ιδιοκτησίας σπιτιών, αλλά μιας ολόκληρης χώρας.

Θέλουν τον πολίτη τούτης της χώρας ακόμα πιο ιδιώτη, κλεισμένο σε έναν βίο που μας αποσυναρμολογεί ως συλλογικό υποκείμενο. «Εάν μεν κοινωνήσωμεν αληθεύομεν, εάν δε ιδιωτεύσωμεν ψευδόμεθα», όμως μας δίδαξε ο Ηράκλειτος. Η ιδιώτευση, σφιχταγκαλιάζει τον βιασμό της ουσιαστικής δημοκρατίας και της εθνικής ανεξαρτησίας, όπως βιώσαμε τα χρόνια της κρίσης και της νέας υποδούλωσης.

Υπό το πολιτικό αυτό πρίσμα, κάθε λαϊκό σπίτι, μαγαζί, εργοστάσιο, ακόμα και βίλα, είναι ελληνικός τόπος που εκποιείται. Καμία χώρα δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητη και πολιτικά ελεύθερη χωρίς το βιός της στα χέρια της. Έπειτα απαιτείται μια βαθιά δημοκρατική «μετάλλαξη» του νεοελληνικού προτύπου και ένα σχέδιο πολιτικής με ήθος και αρετή για όφελος των πολλών και όχι των ολίγων. Τότε οι χθεσινοί καταπατητές, εκμεταλλευτές και κομπιναδόροι αναγκαστικά θα ευθυγραμμιστούν σε μια πολιτεία δικαίου, από τον παρασιτισμό στην αυτόκεντρη συλλογική ανάπτυξη.

Όμως τώρα, ο αγώνας είναι κυριολεκτικά επιβίωσης, σε έναν επώδυνο τοκετό αναγέννησης. Αντέχουμε μια τέτοια θεμελιακή αλλαγή;