Προσαρμογή αντί ψευδαισθήσεων

Tο νέο μνημόνιο, παρά την κριτική που μπορεί να γίνει σε διάφορα σημεία του βασίζεται, όπως και τα προηγούμενα, σε μια σαφή αντικρατικιστική αντίληψη (ή εκσυγχρονιστική για όσους δεν έχουν δυσκολίες με τις λέξεις) την οποία χρειάζεται επειγόντως η χώρα. Από άλλη σκοπιά, σηματοδοτεί μια δραματική ιδεολογική-προγραμματική στροφή -την απομάκρυνση από τις διάφορες εκδοχές ήπιου ή σκληρού εθνολαϊκισμού που επικράτησαν κατά το μεγαλύτερο διάστημα της μεταπολίτευσης και, φυσικά, μας οδήγησαν στη σημερινή κρίση.
|
Open Image Modal
SpaceShoe/Flickr

Καθώς η δημόσια συζήτηση εστιάζει στις τακτικές κινήσεις των πολιτικών ομάδων εν όψει εκλογών, τείνει να επικαλύψει ένα ουσιαστικό ερώτημα: Τι σηματοδοτεί για το μοντέλο οικονομίας και οικονομικής πολιτικής της μεταπολίτευσης η επιλογή της κυβέρνησης να επικυρώσει τη σύμβαση με τον ΕΜΣ για χρηματοδοτική στήριξη και το «μνημόνιο συνεννόησης για τριετές πρόγραμμα του ΕΜΣ» (2015-2018) που περιλαμβάνει αυστηρή εποπτεία και χρονοδιαγράμματα για τη δημοσιονομική εξυγίανση και την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων σε ένα ευρύ φάσμα πολιτικών.

Υποστηρίζω ότι το νέο μνημόνιο, παρά την κριτική που μπορεί να γίνει σε διάφορα σημεία του βασίζεται, όπως και τα προηγούμενα, σε μια σαφή αντικρατικιστική αντίληψη (ή εκσυγχρονιστική για όσους δεν έχουν δυσκολίες με τις λέξεις) την οποία χρειάζεται επειγόντως η χώρα. Από άλλη σκοπιά, σηματοδοτεί μια δραματική ιδεολογική-προγραμματική στροφή -την απομάκρυνση από τις διάφορες εκδοχές ήπιου ή σκληρού εθνολαϊκισμού που επικράτησαν κατά το μεγαλύτερο διάστημα της μεταπολίτευσης και, φυσικά, μας οδήγησαν στη σημερινή κρίση. Περιδιαβάζοντας την πρόσφατη ελληνική ιστορία εντοπίζω μια παρόμοια περίπτωση - το πείραμα του εκσυγχρονισμού (1996-2000), που βέβαια έμεινε ανολοκλήρωτο, αλλά πάντως απείχε προγραμματικά από το εθνολαϊκιστικό παρελθόν του ΠΑΣΟΚ.

Στην Ελλάδα, ο πολιτικός λόγος του εθνολαϊκισμού (στην «αριστερή» εκδοχή του, τη δεξιά δεν αξίζει να συζητούμε) ικανοποιούσε αθροιστικά και αδιάκριτα όλες τις απαιτήσεις κοινωνικών ομάδων και συντεχνιών στο όνομα του λαού: Αυξήσεις συντάξεων σε δικαστικούς, παραμονή του ΟΛΠ στα χέρια του Δημοσίου (και επομένως των συντεχνιών και προμηθευτών συναλλασσόμενων με αυτόν), κλείσιμο των ορυχείων στη Χαλκιδική, ανάκληση ρυθμίσεων στο σύστημα υγείας που επιχειρούσαν να βάλουν τάξη σε αυτό, διατήρηση προνομίων σε διάφορους τομείς του Δημοσίου, διορισμούς πελατών (με το αζημείωτο) στο Δημόσιο, κατάργηση των διστακτικών έστω μεταρρυθμίσεων στην Ανώτατη Παιδεία, ικανοποίηση δασκάλων που δεν θέλουν αξιολογήσεις κλπ.

Και ακόμα: Ο λαϊκιστικός λόγος απέδιδε την κρίση απλοϊκά στην έλλειψη εθνικής ανεξαρτησίας (και στα μνημόνια) και απαιτούσε απαλλαγή από αυτά και από το πλέγμα κανόνων που ρυθμίζουν τις διακρατικές σχέσεις κυρίως στο πλαίσιο της ΕΕ. Από οικονομική άποψη αυτά όλα μεταφράζονταν σε μια οικονομική πολιτική που εμπεριέχει στοιχεία χωρίς εσωτερική συνοχή και καλλιεργεί την ψευδαίσθηση ότι ο καθένας μπορεί να πάρει ό,τι θέλει από το κράτος, το οποίο εμφανίζεται σαν ένα είδος «υπεραγοράς» δώρων.

Η απότομη εγκατάλειψη του λαϊκισμού, που ανανεώνει προηγούμενες απόπειρες (1996, 2012) και ελπίζω να μη είναι προσωρινή τη φορά τούτη, ήταν αναγκαία για αλληλένδετους «περιβαλλοντικούς» (ή εξωτερικούς) και εσωτερικούς λόγους. Οι πρώτοι περιλαμβάνουν τις διεργασίες στην παγκόσμια και ευρωπαϊκή οικονομία, τις νέες τεχνολογίες και τους υπερεθνικούς ή διακρατικούς θεσμούς διακυβέρνησης που ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ κρατών. Παρά τα προβλήματα ιδίως του χρηματοπιστωτικού τομέα που απαιτούν νέου τύπου ρυθμίσεις), οι αγορές και ο ανταγωνισμός γίνονται ολοένα και σπουδαιότεροι παράγοντες για την ευημερία μιας χώρας ή και ηπείρου, για διεύρυνση των ευκαιριών ανάπτυξης και απασχόλησης. Ασκούν πίεση για προσαρμογές διαρκείας στο εσωτερικό της (κάθε) χώρας.

Οι εσωτερικοί λόγοι που υποδεικνύουν τη γενική κατεύθυνση που πρέπει υιοθετεί η εθνική πολιτική συνειδητοποιήθηκαν με καθυστέρηση. Περιλαμβάνουν όλα τα φαινόμενα που, σε αυτό το πραγματικό διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον, οδήγησαν τη χώρα για τρίτη φορά στα πρόθυρα χρεοκοπίας (2010, 2012, 2015). Πρόκειται για ένα πλέγμα ασθενών τυπικών θεσμών, κυρίαρχων αντιφιλελεύθερων ιδεών, αξιών και παραδοσιακών πολιτικών πρακτικών (πελατειακό σύστημα).

Η κυβέρνηση έπρεπε λοιπόν να υπογράψει το νέο μνημόνιο ως εργαλείο προσαρμογής των θεσμών και δομών της χώρας στον σύγχρονο κόσμο. Ας προσθέσουμε ότι δεν είχε άλλη επιλογή και ας είχε απορρίψει νωρίτερα έναν ηπιότερο συμβιβασμό. Όσα συνέβησαν από την ώρα που διέκοψε τις διαπραγματεύσεις τον Ιούνιο, η ΕΚΤ πάγωσε την έκτακτη παροχή ρευστότητας, επιβλήθηκαν κεφαλαιακοί έλεγχοι και η οικονομία πήρε ακόμα μεγαλύτερη υφεσιακή κλίση, ήταν μια σαφής προειδοποίηση για όσα θα συνέβαιναν χωρίς συμφωνία με τους εταίρους.

Η προειδοποίηση ισχύει ακόμα.