Η Aριστερή κρίση

Συναντάς παλαιό Αριστερό με δυο συντάξεις, συν μια η γυναίκα του, με τακτοποιημένους τους επιστήμονες γιους και είναι στα κάγκελα, δεν συζητιέται: «Με πρόδωσαν, να φύγουν». Αντιδράσεις που δεν υπακούουν σε ένα λογικό κανόνα ταξικότητας.
|
Open Image Modal
aestheticsofcrisis/Flickr

Την ισχνή περίοδο, στην Aριστερά και σε αντίθεση με τα τότε κόμματα εξουσίας, συναντούσες μέλη και στελέχη ενός κοινωνικού περισσεύματος: απόγονους αριστερών οικογενειών (για τους οποίους η μετατόπιση σε άλλο πολιτικό χώρο ήταν συναισθηματικά αδιανόητη), γόνους του δικτατορικού και μεταδικτατορικού νεολαιίστικου κινήματος (που ξέμειναν στην αγαθή πολιτική συνέπεια), διανοούμενους που αισθάνονταν ότι στην Αριστερά μπορούσαν να στεγάσουν την ευαισθησία (και τις διαψεύσεις τους) και φυσικά αγοραφοβικούς γραφειοκράτες (για τους οποίους η Aριστερά αποτελούσε το μόνο μέσον κοινωνικής επιβεβαίωσης).

Από το 2012 και μετά εισέρρευσαν ποικίλοι και ενδιαφέροντες σχηματισμοί: αξιόλογα στελέχη του παλιού ΠΑΣΟΚ, αριστεροί μεσοαστοί που για πολλά χρόνια είχαν αδρανοποιηθεί ή αυτο-περιθωριοποιηθεί, συντηρητικοί και κεντρώοι, λυσσασμένοι αριβίστες που πηδούν από κατερχόμενο σε ανερχόμενο κόμμα, παιδιά των ευέλικτων μορφών εργασίας (και κοσμοαντίληψης), διάφορα ούφο και κράματα της ζωής ή του γήρατος. Το ανομοιογενές πλάσμα, το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ, τώρα στο μεγάλο κλυδωνισμό της Συμφωνίας και του μνημονίου, «βγάζει προβλήματα», βλάβες και ασυμμετρίες. Εσωτερικεύει την διαπραγματευτική ανατροπή, με βάση και τα ιδεολογικά - πολιτισμικά ιδιοχαρακτηριστικά του, αλλά και με βάση τα ιδρυτικά ελαττώματα και τις αντιφάσεις: την πανσπερμία ανεπεξέργαστων απόψεων, τις άναρχες κατηγοριοποιήσεις και τις άτσαλες αλληλοκατηγορίες.

Η κρίση αναμοχλεύει την ιδεολογική αντιφατικότητα, τα αποκλίνοντα πολιτικά βιώματα, τη διαφορετική πολιτική καλλιέργεια, τις ανυποχώρητες προσωπικές φιλοδοξίες. Το προβληματικό δεν είναι οι διαφωνίες αλλά η «ακανονιστία» τους. Μιλάς π.χ. με ζεύγος πολιτικών μηχανικών (χαλαρού, όχι οργανωμένου, παλαιού ΠΑΣΟΚ) που η αεργία, οι εισφορές και η φορολογία τους έχουν πιέσει απίστευτα και δείχνουν μια «Ιώβειο» υπομονή και πολιτική συγκαταβατικότητα: «έκανε ό,τι μπορούσε. Προσπάθησε πάντως». Συναντάς παλαιό Αριστερό με δυο συντάξεις, συν μια η γυναίκα του, με τακτοποιημένους τους επιστήμονες γιους και είναι στα κάγκελα, δεν συζητιέται: «Με πρόδωσαν, να φύγουν». Αντιδράσεις που δεν υπακούουν σε ένα λογικό κανόνα ταξικότητας. Άπορος να συγκατανεύει, εύπορος να οργίζεται. Συμβαίνει φυσικά και το ακριβώς ανάστροφο.

Υπάρχουν πολλών ειδών άποροι και απορίες. Διάψευση, παρανόηση, υπερεγώ, δημιουργούν την δική τους μορφή απορίας, ανεξαρτήτως ένδειας. Έτσι η απελπισία, η παραίτηση, ή η δομική φτώχεια δεν οδηγούν πάντα και αναπότρεπτα στην εξέγερση. Ούτε η σχετική ευπορία στην πολιτική μακροθυμία.

Μια ομίχλη μεσολαβεί στα πράγματα, τις ψυχές, στις συνειδήσεις. Δεν έχουμε λογικές συνέχειες πολιτικής αντίδρασης. Οργή και ελπίδα κατανέμονται ασύμμετρα, όχι μόνο μέσα το ΣΥΡΙΖΑ αλλά πάντως σε αναφορά με αυτόν. Ο ΣΥΡΙΖΑ κινδυνεύει να μην εκλογικεύσει τον αντιφατικό βρασμό και αυτό θα αποτελέσει τη θνησιγένειά του. Και δεν εννοώ ως κατακρήμνιση ποσοστού, αλλά ως καταστροφή της συλλογικής φαντασίωσης (που συγκεφαλαίωσε τόσο αποτελεσματικά), ως εξάχνωση μιας πολιτικής, αναγεννησιακής γονιμότητας (που διάσπειρε τόσο λαμπρά).

Η ακύρωση ενός εγχειρήματος από την ίδια του τη φιλοδοξία μπορεί να αποτελέσει τον τάφο αλλά και τη μεγάλη του δυνατότητα. Το χάσμα (ιδεολογικό, πολιτικό, συναισθηματικό) μπορεί να καταπιεί, αλλά μπορεί να αποτελέσει και το ζωτικό πεδίο για την ανάπτυξη και την ανασυγκρότηση.