Μουσεία influencers: Από την Κιάρα Φεράνι στους followers της Μόνα Λίζα

Ο δημοσιογράφος Κώστας Λασκαράτος στη HuffPost για το νέο βιβλίο του και την έρευνα σύμφωνα με την οποία πάνω από 6 στους 10 νέους Έλληνες αποδέχονται τον χαρακτηρισμό «influencer» για τους μουσειακούς φορείς.
Open Image Modal
(AP Photo/Paul White)
via Associated Press

Το καταγράφει στο πρώτο κεφάλαιο: «Αν και ο όρος ‘influencer’ εισήχθη στο καθημερινό μας λεξιλόγιο με την επικράτηση των social media, στην πραγματικότητα πρόσωπα με τεράστια επιδραστικότητα συναντά κανείς σε διάφορες ιστορικές φάσεις». Και αναφέρει τον Όμηρο, επικαλούμενος έρευνα του BBC (2018) για τις εκατό ιστορίες που διαμόρφωσαν τον κόσμο, η οποία ανέδειξε ως «πολιτιστικό σημείο κορύφωσης» την Οδύσσεια.

Ενώ καταλήγει επισημαίνοντας ότι «Σήμερα, οπότε ’η ζωή στην κοινωνία της πληροφορίας διακρίνεται από πλεονασμό και θόρυβο’ (Eriksen, 2005), η ήσυχη δύναμη των σύγχρονων, συμπεριληπτικών μουσείων έρχεται ως σοβαρό αντίβαρο. Απέναντι στην εισβολή και στην επιβολή των ψηφιακών influencers, τα διαλλακτικά ‘μουσεία influencers’, με σύμμαχο την τεχνολογία, αποτελούν ισχυρό πυλώνα κοινωνικής, οικονομικής και περιβαλλοντικής βιωσιμότητας».

Με έναν εκ πρώτης clickbait τίτλο -«Μουσεία influencers» (εκδόσεις Ι. Σιδέρης), που ωστόσο αφορά αμιγώς την ουσία- ο δημοσιογράφος Κώστας Λασκαράτος εκκινεί στο νέο βιβλίο του από τη θέση ότι «μέσα στην κοινωνία μπορεί κάποιος εύκολα να εντοπίσει ισχυρότερους influencers από τους ψηφιακούς».

Όπως λέει στη HuffPost «Οι ανησυχίες των νέων ανθρώπων που σερφάρουν στο διαδίκτυο δεν περιορίζονται στον καταναλωτισμό και στη διαρκή αναζήτηση του ωραίου, του χαμογελαστού, του λαμπερού και γενικώς του ‘εύκολου’. Ας μην αδικούμε μίαν ολόκληρη εποχή….»

Στα τέσσερα κεφάλαια, το τελευταίο εκ των οποίων είναι αφιερωμένο σε έρευνα κοινού που διενεργήθηκε ειδικά για την έκδοση, επικεντρωμένη στις ηλικιακές ομάδες 17-24 και 25-34 χρονών, ο Κώστας Λασκαράτος, καταγράφει -μέσα από βιβλιογραφικές αναφορές και παραδείγματα- την πραγματικότητα των μουσείων στα χρόνια των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, όπως και την ικανότητα να δημιουργούν τάσεις, υπενθυμίζοντας παράλληλα, τους ρόλους που καλούνται να διαχειριστούν ως φορείς μνήμης, ως σύμβολα γοήτρου μιας πόλης, αλλά και ως εργαλεία «ήπιας» διπλωματίας.

-Μήπως τελικά η επιδραστικότητα, ειδικά στους νέους ανθρώπους, είναι πλέον αποκλειστικά και μόνο υπόθεση του αλγόριθμου;

Ζούμε στην εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Η ψηφιακή ζωή είναι κομμάτι της κανονικής μας ζωής. Ωστόσο, για εμένα είναι ξεκάθαρο πως μέσα στην κοινωνία μπορεί κάποιος εύκολα να εντοπίσει ισχυρότερους influencers από τους ψηφιακούς.

Κακά τα ψέματα, πολλοί παγκοσμίως γνωστοί ψηφιακοί influencers εξαντλούν την επιδραστικότητά τους στην προώθηση εμπορικών προϊόντων. Σπανίως μιλούν για αξίες και ιδανικά. Αυτόν τον χώρο μπορούν να τον αξιοποιήσουν τα μουσεία. Μπορούν να εισχωρήσουν εκεί και να διεκδικήσουν για τον εαυτό τους τον ρόλο ενός σύγχρονου influencer σε ζητήματα σύγχρονα που απασχολούν την κοινωνία όπως ο ρατσισμός, ο σεξισμός, η συμπερίληψη, η κλιματική κρίση κλπ.

“Δεν ισχυρίζομαι πως όλα τα μουσεία αποτελούν ισχυρούς influencers. Διαπιστώνω όμως την αγωνία των περισσότερων σύγχρονων κεντρικών ιδρυμάτων να αποτελέσουν πρότυπα και να χαράξουν νέους δρόμους”

Οι ανησυχίες των νέων ανθρώπων που σερφάρουν στο διαδίκτυο δεν περιορίζονται στον καταναλωτισμό και στην διαρκή αναζήτηση του ωραίου, του χαμογελαστού, του λαμπερού και γενικώς του «εύκολου». Ας μην αδικούμε μίαν ολόκληρη εποχή. Όλοι πάντοτε έψαχναν και ακόμη αναζητούν τον άνθρωπο ή τον θεσμό που θα τους εμπνεύσει και θα τους ανοίξει νέους ορίζοντες.

- Πόσο ισχυρός influencer είναι ένας μουσειακός οργανισμός όταν, παρά τις υψηλές επιδόσεις όσον αφορά την επισκεψιμότητα, σε άλλους τομείς αρνείται να παρακολουθήσει τις εξελίξεις, για παράδειγμα, να επιστρέψει λεηλατημένη τέχνη στις χώρες προέλευσης της;

Είναι σε πολλούς γνωστή η δήλωση των οικουμενικών μουσείων του 2002, σύμφωνα με την οποία δεν τίθεται ζήτημα συνολικού επαναπατρισμού εκθεμάτων στις χώρες προέλευσης. Ωστόσο πολλοί μουσειακοί φορείς έχουν τα τελευταία χρόνια ομολογήσει ένα ένοχο αποικιοκρατικό παρελθόν των χωρών τους. Πολλές φορές, εμπράκτως έχουν επιχειρήσει να εκπέμψουν ένα μήνυμα αποδοκιμασίας ορισμένων μελανών σελίδων της ιστορίας. Μουσειακοί φορείς κρατών όπως η Γαλλία και η Γερμανία έχουν επιστρέψει αντικείμενα του λεγόμενου θησαυρού του Μπενίν. Το ζήτημα της αποικιοκρατίας απασχόλησε και την Ολλανδία. Το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, το οποίο επί 30 ολόκληρα χρόνια, από το 1990 έως το 2020, λειτούργησε με το όνομα “Witte de With Centre for Contemporary Art” -προς τιμήν ενός αξιωματικού του ναυτικού του 17ου αιώνα που συνδέθηκε έντονα με την αποικιοκρατική ιστορία του τόπου- αποκαλείται από τον Ιανουάριο του 2021, επισήμως, Kunstinstituut Melly.

Open Image Modal

- Τα μουσεία αλλάζουν, έστω και με αργούς ρυθμούς -«ένα βιβλίο για τα μουσεία που αλλάζουν τον κόσμο μέσα από τη δική τους διαρκή αλλαγή», γράφετε-, όμως στην πραγματικότητα, πόσο μεγάλη είναι η επιδραστικότητα τους όσον αφορά το ευρύ κοινό (και δεν μιλώ για σταρ όπως το Λούβρο ή το Μουσείο Ακρόπολης);

Τα μουσεία επηρεάζουν τους επισκέπτες τους. Επηρεάζουν όμως εμμέσως και αυτούς που δεν τα επισκέπτονται, αφού οι άνθρωποι αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους στις γειτονιές, στην εργασία, στις διάφορες κοινωνικές συναναστροφές. Άρα μέρος αυτών που θα αφομοιώσει κάποιος σε μια ξενάγηση, θα τα μεταλαμπαδεύσει με τον τρόπο του στους υπολοίπους.

“Πιστεύω ακράδαντα πως το μουσείο influencer μπορεί να είναι διαφορετικό για τον καθέναν από εμάς”

Τα μουσεία αλλάζουν την αισθητική μας, υπό συνθήκες αλλάζουν αντιλήψεις μας (μέσα από στοχευμένες εκθέσεις), αλλάζουν ακόμη και την τοπική οικονομία. Θυμηθείτε πως ήταν η γειτονιά του Παγκρατίου γύρω από το Μουσείο Γουλανδρή πριν από τα εγκαίνια του, και πως είναι σήμερα. Η λειτουργία του μουσείου αναβάθμισε μια ολόκληρη περιοχή, επέδρασε ακόμη και στις επαγγελματικές δραστηριότητες των κατοίκων.

Open Image Modal

- Περισσότεροι από 6 στους 10 νέους Έλληνες αποδέχονται τον χαρακτηρισμό influencer για τους μουσειακούς φορείς και τα εκθέματά τους, σύμφωνα με την έρευνα που περιλαμβάνεται στο βιβλίο. Ποιο άλλο από τα ευρήματα ήταν για εσάς έκπληξη;

Οι πολίτες πράγματι στην πλειονότητά τους δείχνουν να αποδέχονται  πως τα μουσεία έχουν τη δύναμη να δημιουργήσουν συναισθήματα στο κοινό, να επηρεάσουν συμπεριφορές, να διδάξουν, να εμπνεύσουν και τελικά να διαμορφώσουν χαρακτήρες και καθημερινές επιλογές.

Τα επί μέρους ευρήματα της έρευνας που πραγματοποιήθηκε με την πολύτιμη βοήθεια της πολιτικής αναλύτριας Μαρίας Καρακλιούμη, έχουν επίσης μεγάλο ενδιαφέρον. Συγκεκριμένα, στο ερώτημα: «Σε ποια από τα παρακάτω θέματα πιστεύετε ότι μπορεί να επηρεάσει ένα μουσείο την άποψη των πολιτών;», το δείγμα της έρευνας -έχοντας τη δυνατότητα να δώσει περισσότερες από μια απαντήσεις-, υποστήριξε: στον περιορισμό του ρατσισμού, σε ποσοστό 40%, στον περιορισμό της ξενοφοβίας, σε ποσοστό 37,1%, σε ζητήματα που αφορούν στην κλιματική αλλαγή, σε ποσοστό 28,7%, σε ζητήματα που αφορούν στην υγεία, σε ποσοστό 27,8%, στην κοινωνική ενσωμάτωση ευάλωτων πολιτών, σε ποσοστό 26,9% και στο περιορισμό του σεξισμού, σε ποσοστό 26,2%.

- Ποιο είναι το πρώτο μουσείο που επισκεφθήκατε ως παιδί; 

Είχα την τύχη να μεγαλώσω σε μια οικογένεια που ενίσχυσε τη σχέση τη δική μου και της αδελφής μου, τα χρόνια εκείνα, με τον πολιτισμό. Ήταν αγαπημένη έξοδος το παιδικό θέατρο, τη δεκαετία του 1980. Μεσουρανούσε την εποχή εκείνη ο Δημήτρης Ποταμίτης ενώ έδινε μεγάλο βάρος και η Ξένια Καλογεροπούλου στην παιδική σκηνή, στο θέατρο «Πόρτα». Όμως σε ό,τι αφορά στα μουσεία, δεν θυμάμαι ποιο ήταν το πρώτο που επισκέφθηκα. Ούτε ακριβώς σε ποια ηλικία. Θυμάμαι σίγουρα, στα προσχολικά χρόνια οικογενειακές βόλτες στο Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας, στην Κηφισιά. Θυμάμαι έντονα, καλοκαίρια στην Άνδρο και επισκέψεις στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Γουλανδρή. Ωραίες αναμνήσεις.

Θυμάμαι όμως και βαρετές επισκέψεις, τα πρώτα σχολικά χρόνια, σε αρχαιολογικά μουσεία που «αδικούνταν» από τον τρόπο που διοργανώνονταν οι σχολικοί περίπατοι. Ησυχία, όλοι στη σειρά, στρατιωτική πειθαρχία. Η σχέση μου με το μουσείο δεν ήταν πάντοτε ιδανική. Χτίστηκε με τα χρόνια…

Open Image Modal
Pierre Suu via Getty Images

- Το αγαπημένο σας μουσείο στην Ελλάδα και το εξωτερικό;

Για εμένα το μουσείο αποτελεί κομμάτι της περιοχής όπου εδρεύει. Δεν είναι αποκομμένο από αυτήν. Λατρεύω το Μουσείο Ορσέ στο Παρίσι, στις όχθες του Σηκουάνα, στο υπέροχο κτίριο του παλιού σιδηροδρομικού σταθμού. Απολαμβάνω κάθε επίσκεψη στο Μουσείο της Ακρόπολης, καθώς έχεις την ευκαιρία να κάνεις νωρίτερα ή αργότερα μια βόλτα στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Η συνολική εμπειρία, η συνολική αίσθηση είναι αυτή που μένει στο τέλος.

- Ποιο από τα μουσεία που έχετε επισκεφθεί και παρακολουθείτε τα τελευταία χρόνια αξίζει κατά τη γνώμη σας με βάση τη συνολική εικόνα -περιοδικές εκθέσεις, δράσεις, πρωτοβουλίες, εξωστρέφεια, συμπερίληψη, επικοινωνία- τον τίτλο του αληθινού influencer και γιατί;

Πιστεύω ακράδαντα πως το μουσείο influencer μπορεί να είναι διαφορετικό για τον καθέναν από εμάς.

Στην εισαγωγή του νέου μου βιβλίου αναφέρω την περίπτωση του πολυεκατομμυριούχου, επί τρεις θητείες δημάρχου της Νέας Υόρκης, Michael Bloomberg, ο οποίος δωρίζοντας, το 2016, το αστρονομικό ποσό των 50 εκατομμυρίων δολαρίων στο Μουσείο Επιστημών της Βοστόνης, είχε αιτιολογήσει την απόφασή του λέγοντας πως μετά από τους γονείς του, οι συχνές επισκέψεις στο συγκεκριμένο μουσείο, κατά τη διάρκεια των παιδικών του χρόνων, ήταν εκείνες που τον επηρέασαν περισσότερο και τον διαμόρφωσαν ως άνθρωπο. Συνεπώς, ο καθένας μπορεί να επηρεαστεί –για οποιονδήποτε λόγο- από ένα μουσείο που θα επισκεφθεί στα παιδικά του χρόνια ή στην πορεία της ζωής του. Άρα τα μουσεία, οφείλουν στο σύνολό τους να κατανοήσουν αυτή τους τη δύναμη. Να επενδύσουν στο δικαίωμά τους να παράξουν πολιτική, να δημιουργήσουν συνειδήσεις και να εκριζώσουν παρωχημένες αντιλήψεις.

Για να μην πιστέψετε πως υπεκφεύγω το Λούβρο αποτελεί τον ηγέτη στην ψηφιοποίηση των εκθεμάτων του, πρωτοβουλία επαναστατική για την εκπαίδευση του κοινού. Αλλά και στην Αθήνα τα μουσεία μας κάνουν καλή δουλειά. Εδώ και χρόνια το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης δίνει βάρος σε προγράμματα ενσωμάτωσης ανθρώπων ΑΜΕΑ. Ακόμη και το Πολεμικό Μουσείο, τα τελευταία χρόνια προχώρησε σε πολλές κινήσεις εξωστρέφειας σε σχέση με το παρελθόν. Εγκαινίασε πρωτότυπο καφέ - καντίνα με έδρα ένα παλαιό γαλλικό στρατιωτικό βαν, παραχώρησε γειτονικό οικόπεδο για τη δημιουργία θερινού κινηματογράφου, δημιούργησε ακόμη και ειδική σειρά επιτραπέζιων παιχνιδιών με αφορμή τα 200 χρόνια από την επέτειο του 1821.

Δεν ισχυρίζομαι πως όλα τα μουσεία αποτελούν ισχυρούς influencers. Διαπιστώνω όμως την αγωνία των περισσότερων σύγχρονων κεντρικών ιδρυμάτων να αποτελέσουν πρότυπα και να χαράξουν νέους δρόμους.

«… Η διάσημη Galleria Uffizi, στην Ιταλία, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των προκλήσεων με τις οποίες βρέθηκαν αντιμέτωποι οι μουσειακοί χώροι με την εμφάνιση των selfies. Τον Ιούλιο του 2020, η διάσημη influencer Chiara Ferragni επισκέπτεται το Μουσείο της Φλωρεντίας, για τις ανάγκες μιας φωτογράφισης της Vogue του Χονγκ Κονγκ.

Καθώς βρίσκεται μπροστά από τη «Γέννηση της Αφροδίτης», τον διάσημο πίνακα του Sandro Botticelli, αυτοφωτογραφίζεται και αναρτά την εικόνα στον προσωπικό της λογαριασμό στο Instagram, όπου εκείνη την περίοδο είχε 20 εκατομμύρια ακολούθους. Το μουσείο αναπαράγει την εικόνα στους επίσημους λογαριασμούς του, χαρακτηρίζονταν την influencer «ένα είδος σύγχρονης θεότητας, την εποχή των social media» (Dominioni Irene, 2020, Ιούλιος 30). Ακολουθεί χιονοστιβάδα αρνητικών κριτικών για την επιλογή του μουσείου να αναδείξει ως πλεονέκτημα την παρουσία της Ferragni στις αίθουσές του, ωθώντας τον ίδιον τον διευθυντή του Uffizi Eike Schmidt να υπερασπιστεί την επιλογή του, γνωστοποιώντας πως το σαββατοκύριακο, μετά από την πολυσυζητημένη επίσκεψη, κατεγράφη αύξηση 27% στους νέους επισκέπτες. «Αυτή η διαμάχη δείχνει ότι ο κόσμος του πολιτισμού είναι γεμάτος σοβινισμό, καθώς επίσης από σνομπισμό, από αυτούς που πιστεύουν ότι είναι αποκλειστική ελίτ» σχολίασε περνώντας στην αντεπίθεση ο Schmidt, με συνέντευξή του στη La Repubblica, υπεραμυνόμενος την επιλογή του, όχι ως μέσο αύξησης των εσόδων, αλλά ως μέθοδο προσέλκυσης νέων παιδιών σε χώρους πολιτισμού (Rau, 2020).

Μόλις έναν χρόνο αργότερα, το 2021, το μουσείο επαναπροσδιόρισε τη σχέση του με τους influencers, εκπέμποντας ένα πιο περιοριστικό μήνυμα. «Αν ποζάρεις μπροστά σε έναν πίνακα για να προωθήσεις το προφίλ σου, δεκτό, αλλά αν το κάνεις για να πουλήσεις ένα προϊόν, τότε θα πληρώσεις το αντίτιμο. Αν θέλεις να ποζάρεις μπροστά στη Γέννηση της Αφροδίτης του Botticelli για να πουλήσεις τζιν, θα πληρώσεις το αντίτιμο», σχολίαζε στους Times εκπρόσωπος του Uffizi, υπενθυμίζοντας πως σύμφωνα με το νομικό πλαίσιο της χώρας προβλέπεται μηνιαίο αντίτιμο για όποιον εκμεταλλεύεται εμπορικά τα έργα τέχνης».