Τι είναι λοιπόν αυτή η περίφημη ελίτ που φταίει για όλα;
Open Image Modal
Kharkhan_Oleg via Getty Images

Ελίτ. Η λέξη-φετίχ των απανταχού λαϊκιζόντων. Λένε ότι κάθε συζήτηση, αν τραβήξει πάνω από μια ώρα, κάπου θα καταλήξει στο Χίτλερ. Αν ακούσει κανείς τον πολιτικό λόγο, αριστερόθεν και δεξιόθεν, η ελίτ, αυτός ο αόρατος, ανώνυμος στόχος, αποτελεί το βασικό κίνδυνο κάθε δημοκρατίας, και πλέον βασικό συστατικό κάθε δήλωσης από όλα τα κόμματα, ακόμα και αν μιλούν για τη συσσώρευση απορριμμάτων.

Για την ακροδεξιά, η ελίτ είναι κάτι μυστηριώδεις μασώνοι βήγκαν δισεκατομμυριούχοι που μαζεύονται κάθε χρόνο στη λέσχη Μπίλντεμπεργκ, ψάλλουν «Ρόθτσαιλντ» σε συγχορδία, και μαζί (ή χωριστά) με τη περίφημη Τριμερή επιτροπή αποφασίζουν στο Νταβός πόσο γενετικά τροποποιημένα θα είναι τα φασολάκια μας, αν τα παιδιά μας θα γίνουν ομοφυλόφιλα και αν θα μας σηκωθεί φέτος από το ψέκασμα.

Για την αριστερά η ελίτ είναι αυτοί που διαθέτουν χρήματα που θα έπρεπε να διατεθούν για την δική της πολιτική επιρροή και -κατά προτίμηση- σκάφος για διακοπές. Είναι ο εχθρός, εκτός και αν αποφασίσει να γίνει φίλος και συνοδοιπόρος προς τη μεγάλη επανάσταση που θα τους φέρει μόνιμα στο τιμόνι.

Για τον Άρη Σπηλιοτόπουλο είναι το εισιτήριο της επιστροφής. Για ξένους λαικιστές, πχ. τον κ. Σόιμπλε, η ελίτ είναι οι πλούσιοι της χώρας που φταίνε για τους κακόμοιρους γερμανούς που κατέληξαν να πληρώνουν Ελληνικές συντάξεις. Για όλους έχει ο μπαξές.

Τι είναι λοιπόν αυτή η περίφημη ελίτ που φταίει για όλα και γιατί εν πάση περιπτώσει δεν την έχουμε πιάσει ακόμα; Πριν το απαντήσουμε αυτό, ας αναλογιστούμε πρώτα το σύστημα που τη δημιουργεί.

Ποιος δημιουργεί την Ελίτ;

Η ζωή όλων μας, εντός και εκτός Ελλάδας, είτε έχει μείνει στάσιμη είτε γίνεται χειρότερη την τελευταία εικοσαετία, ακόμα και αν δουλεύουμε σκληρότερα. Τα πραγματικά (εκτός πληθωρισμού) εισοδήματα στην Ευρώπη και στην Αμερική έχουν μείνει σχεδόν σταθερά από το 2000 και μετά, όπως και η αγοραστική δύναμη των καταναλωτών. Γιατί όμως αυτό;

Η κρίση του 2000 μείωσε σημαντικά τους παγκόσμιους ρυθμούς ανάπτυξης. Στη δύση τα πράγματα έγιναν κάπως χειρότερα, αφού η Κίνα άρχισε να ανεβάζει ρυθμούς, διεκδικώντας μεγαλύτερο κομμάτι από την παγκόσμια πίτα. Ο κόσμος άρχισε κάπως να ανακάμπτει, όμως μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers το 2008 και κατόπιν του καπιταλιστικού συστήματος, οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες βρέθηκαν μπροστά σε ένα τεράστιο πρόβλημα: «πως ξαναπείθουμε τον κόσμο να πάρει επιχειρηματικά ρίσκα, όταν κόποι γενεών μπορούν να εξαφανιστούν σε ένα απόγευμα;»

Τότε πάρθηκε η απόφαση σε επίπεδο κεντρικών τραπεζών να τυπωθεί χρήμα, πολύ περισσότερο από ότι στο παρελθόν. Από το 2008 και μετά, τυπώθηκαν πάνω από $15 τρις νέου πλούτου. 45 φορές το χρέος της Ελλάδας και περίπου 90 φορές το ΑΕΠ της – και συνεχίζουμε.

Από αυτά, όμως, σχεδόν τίποτα δεν κατέληξε στα χέρια καταναλωτών, αφού αν γινόταν αυτό, το χρήμα θα γινόταν πληθωριστικό και η θα έχανε την αξία του. Αντίθετα, κατέληξε στα χέρια των τραπεζών, που το χρησιμοποίησαν για να κλείσουν τις τρύπες τους και εν συνεχεία το διοχέτευσαν στις χρηματαγορές. Δημιουργήθηκε λοιπόν πολύς πλούτος που κατέληξε κυρίως σε αυτούς που ήδη είχαν μετοχές και ομόλογα.

Σαν αποτέλεσμα, ένας μισθωτός δεν κέρδισε τίποτα σε πραγματικούς όρους από το 2008 και μετά. (Στην Ελλάδα έχασε τουλάχιστον 30% με 50% του πλούτου του, αφού καταφέραμε επιδέξια να αποφύγουμε την Ποσοτική Χαλάρωση –το τύπωμα χρήματος- της ΕΚΤ. Κυριολεκτικά «βρέχει χρήμα και στην Ελλάδα κρατάμε ομπρέλα»).

Αντίθετα, κάποιος που επένδυσε σε μετοχές τριπλασίασε τα λεφτά του.

Ας δούμε λοιπόν ποιοι είναι οι κερδισμένοι, και ποιοι οι χαμένοι σε αυτόν το καινούριο κόσμο των κεντρικών τραπεζών. Με άλλα λόγια, ας δούμε ποια είναι η Ελίτ.

Κερδισμένοι

Επενδυτές και υψηλά εισοδήματα: Το σύστημα ευνοεί την ανάληψη ρίσκου στα χρηματιστήρια εδώ και μια δεκαετία, και οι κεντρικές τράπεζες πλέον δυσκολεύονται να το αλλάξουν αυτό. Όσοι ήδη είχαν χρήματα, οι υψηλόμισθοι αλλά κυρίως οι πλούσιες οικογένειες, με επενδύσεις σε χρηματιστήρια, είδαν όλο το καπιταλιστικό σύστημα να ευνοεί τις επενδύσεις τους. Έτσι οι ανισότητες εντείνονται. Σύμφωνα με το site VisualCapitalist.com, το 0,7% των πολιτών ελέγχει περίπου 45% του παγκόσμιου πλούτου, και το 9% το 85% του παγκόσμιου πλούτου. Όσο και να προειδοποιεί το ΔΝΤ και ο ΟΟΣΑ ότι οι ανισότητες καταστρέφουν την οικονομία, είναι πάρα πολύ δύσκολο να ξεφύγουμε από το «τύπωμα χρήματος» χωρίς να ξαναγυρίσουμε στο 2008.

Open Image Modal
Global Inequality
Visualcapitalist.com

Άρα η «Ελίτ», ως ένα σημείο είναι αυτό που υποψιαζόμαστε. Είναι όμως μόνο αυτοί;

Κινέζοι: Ενώ στη δύση τα πραγματικά εισοδήματα έχουν βαλτώσει, στην Κίνα το μέσο οικογενειακό εισόδημα έχει διπλασιαστεί τα τελευταία οκτώ χρόνια. Η κινεζική οικονομία κερδίζει συνέχεια έδαφος (εξ’ου και οι «εμπορικοί πόλεμοι» του Ντ. Τράμπ), ενώ η Αμερικάνοι και κυρίως οι Ευρωπαίοι χάνουν σε ανταγωνιστικότητα.

Συνταξιούχοι: Όχι όλοι άλλα όσοι είναι σε σύστημα συνταξιοδότησης defined contribution (δηλαδή παίρνουν σύνταξη σχετική με όσα έχουν βάλει οι ίδιοι στην άκρη και επενδύσει μέσω ενός σχήματος σε μετοχές και ομόλογα). Αφού τυπώνεται χρήμα που πάει σε μετοχές και ομόλογα κερδίζουν και αυτοί. Αντίθετα, σε χώρες που το κράτος δίνει συντάξεις (defined benefit), χάνουν.

Διευθυντές μεγάλων επιχειρήσεων: Οι μόνοι υπάλληλοι που κερδίζουν από το παρόν σύστημα είναι αυτοί που βρίσκονται υψηλά στην ιεραρχία. Καθώς οι κεντρικές τράπεζες τυπώνουν χρήμα και οι επενδυτές τους κυνηγάνε να τους δώσουν τα λεφτά τους, οι όποιες κακές αποφάσεις παίρνουν έχουν λιγότερο αντίκτυπο αφού –κυριολεκτικά- «λεφτά υπάρχουν». Οι μισθοί τους έχουν εκτοξευτεί τα τελευταία χρόνια ενώ αποζημιώνονται εξαιρετικά ακόμα και αν καταφέρουν να αποτύχουν.

Χαμένοι

Κατανάλωση: Όσο η ροή του χρήματος ευνοεί την επένδυση, αποδυναμώνει την κατανάλωση. Με το να γίνονται οι μη οριακοί καταναλωτές πλουσιότεροι, δηλαδή οι πλούσιοι που έχουν αρκετά χρήματα ώστε τα έξτρα να τα επενδύσουν και όχι να τα ξοδέψουν, η κατανάλωση υποφέρει.

Υπάλληλοι: Το σύστημα λέγεται «καπιταλισμός» και όχι «υπαλληλισμός», ανταμοίβει δηλαδή αυτούς που έχουν κεφάλαιο για επένδυση. Μετά την κρίση το ρίσκο υπερ-αμείβεται και η μισθωτή εργασία υπο-αμείβεται.

Συμπέρασμα

Η «Ελίτ» δεν είναι μόνο οι πλούσιοι, αλλά και όσοι ευνοούνται από το παρόν σύστημα. Ακόμα και αν αυτό άλλαζε ριζικά, απλώς θα ευνοούσε κάποια άλλα γκρούπ. Από την εποχή του Πλάτωνα έχει γίνει σαφές ότι τέλειο σύστημα δεν υπάρχει. Γεγονός παραμένει ότι με το παρόν σύστημα που εντείνει τις ανισότητες, χτυπά τις εργασιακές σχέσεις και πονάει την κατανάλωση, το ίδιο το μέλλον των επιχειρήσεων είναι αβέβαιο. Η επιθυμία όμως κάποιων να «σπάσουν τον κόσμο» για να φτιάξουν ένα άλλο, καινούριο, ιστορικά συνήθως οδηγεί σε πόνο και δικτατορίες, όσο και αν οι ίδιοι δεν το πιστεύουν ακόμα. Τι λοιπόν μπορούμε να κάνουμε;

Πώς αλλάζουμε;

Ευτυχώς η τεχνολογία μας δίνει διεξόδους. Το λεγόμενο Gig economy, δηλαδή η οικονομία της «ευκαιριακής δουλειάς» δίνει το δικαίωμα σε πολλούς να συμπληρώνουν το εισόδημα τους με μια δεύτερη δουλειά ή με μια δουλειά, πχ online. Ιστότοποι όπως το upwork δίνουν την ευκαιρία σε κάποιον να βρίσκει δουλειές μέσω διαδικτύου. Το Uber δίνει το δικαίωμα σε καθένα να γίνει οδηγός ταξί ενώ η Amazon χρηματοδοτεί νέες διαδυκτιακές επιχειρήσεις.

Αλλά η λύση της δεύτερης δουλειάς δεν είναι μόνιμη. Αυτό που χρειάζεται περισσότερο από όλα είναι μια νέα νοοτροπία στην εργασία. Ο βασικότερος τρόπος για να κερδίσει κάποιος αρκετά χρήματα είναι να αποκτήσει μερίδιο στα κέρδη μιας επιχείρησης στην οποία βάζει όλη του την ενέργεια.

Αν και σε μια αγορά με τόσο υψηλή ανεργία όσο η Ελλάδα ακούγεται ουτοπικό να ζητήσει κανείς μερίδιο από τα κέρδη (profit sharing), στην πραγματικότητα είναι προς το συμφέρον τόσο του εργοδότη όσο και του εργαζομένου.

Σε μια οικονομία που κυριαρχείται από τις υπηρεσίες, η αξία ενός εργαζομένου, πχ ενός πωλητή, είναι πολύ μεγάλη για μια εταιρία. Ο τρόπος που αποδεδειγμένα κινούνται καλύτερα οι πωλήσεις είναι με ρεαλιστικούς στόχους και μπόνους. Έτσι όμως ο πωλητής έχει στο μυαλό του μόνο την πώληση και όχι τις ανάγκες όλης της επιχείρησης.

Όταν βάζουμε στόχους στην κερδοφορία της επιχείρησης και δίνουμε στους εργαζόμενους πρόσβαση στις αποφάσεις που παίρνονται για αυτήν, τότε κερδίζουμε όχι μόνο την εμπιστοσύνη τους και την μακροχρόνια παραμονή τους, αλλά και την καλύτερη δυνατή απόδοση. Σε μακροχρόνιο διάστημα, οι υπάλληλοι πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν και ως μέτοχοι στην επιχείρηση.