Πώς (δεν) πεθαίνουν οι δημοκρατίες;

Ακόμη και με τη σημερινή πόλωση που επικρατεί, ορισμένες συναινέσεις των πολιτικών για τα στοιχειώδη είναι αναγκαίες.
Open Image Modal
SAKIS MITROLIDIS via Getty Images

Στο αξιόλογο και ενδιαφέρον βιβλίο με τον χαρακτηριστικό τίτλο Πώς πεθαίνουν οι δημοκρατίες;, οι καθηγητές του πανεπιστημίου του Χάρβαρντ και πολιτικοί επιστήμονες, Steven Levitsky και Daniel Ziblatt, εκφράζουν την άποψη ότι, σε αντίθεση με προγενέστερες εποχές, σήμερα δεν είναι συνήθης η απόπειρα κατάλυσης του δημοκρατικού πολιτεύματος με πραξικοπήματα και με τα όπλα.

Οι δημοκρατίες σήμερα διαβρώνονται κατά κανόνα σταδιακά και εκ των έσω. Αρκετές από τις απόπειρες κατάλυσης της δημοκρατίας συχνά είναι και νόμιμες, δηλαδή έχουν την έγκριση νομοθετικών σωμάτων ή δικαστηρίων, και παρουσιάζονται ως προσπάθειες βελτίωσης της δημοκρατίας. Όπως έχει παρατηρηθεί, η μεγαλύτερη ίσως απόδειξη της νίκης της φιλελεύθερης δημοκρατίας μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, είναι το γεγονός ότι ακόμη και οι διάφοροι αυταρχικοί ηγέτες ή δικτάτορες ανά τον κόσμο τείνουν να προβάλλουν τους εαυτούς τους ως δημοκράτες, δίνοντας επίφαση νομιμότητας στην εξουσία τους (πχ με εκλογές κ.λπ.), αντί να επιδίδονται σε μετωπική αντιπαράθεση με τη φιλελεύθερη δημοκρατία (κάτι που έκαναν λόγου χάρη οι φασίστες την ταραγμένη περίοδο του Μεσοπολέμου). Σύμφωνα με τους ίδιους, ιδιαίτερα καταστροφική για τους δημοκρατικούς θεσμούς είναι η αμοιβαία πόλωση, δηλαδή η αίσθηση ότι οι εκάστοτε πολιτικοί αντίπαλοι είναι επικίνδυνοι για τη χώρα και πρέπει να συντριβούν με κάθε κόστος και τίμημα. Σήμερα λοιπόν, σπάνια μια δημοκρατία καταλύεται με τανκς. Αντίθετα, η αμοιβαία πόλωση είναι η βασική αιτία θανάτου των σύγχρονων δημοκρατιών. Και εδώ ο ρόλος των μεγάλων κομμάτων είναι τεράστιος, ισχυρίζονται οι δύο συγγραφείς.

Με αφορμή τη δίκη του γνωστού ακροδεξιού κόμματος Χρυσή Αυγή για ποινικά εγκλήματα, οι παραπάνω σκέψεις είναι κάτι παραπάνω από επίκαιρες. Ας δούμε τι έκανε το κομματικό σύστημα στη χώρα μας από το 2012, όταν το συγκεκριμένο μπήκε για πρώτη φορά στη Βουλή, μέχρι το 2019.

Αρχικά, η μεγάλη κεντροδεξιά παράταξη Νέα Δημοκρατία έβαλε βουλευτές της Χρυσής Αυγής στη φυλακή με ύποπτες (αν όχι και παράνομες) παρασκηνιακές διαδικασίες για ψηφοθηρικούς λόγους, πετυχαίνοντας μια προσωρινή και πύρρειο νίκη απέναντί της, στο πολιτικό επίπεδο. Το αποτέλεσμα ήταν να παρουσιαστεί η Χρυσή Αυγή ως γνήσιο αντισυστημικό κόμμα με λαϊκή βάση. Για να μη θυμηθούμε και την απαράδεκτη δήλωση του βουλευτή του ίδιου κόμματος, Μπάμπη Παπαδημητρίου, για συμμαχία με «μια σοβαρότερη Χρυσή Αυγή». Γενικότερα πάντως, ήδη από τις δεκαετίες του 1970 και 1980, η Νέα Δημοκρατία είχε ακολουθήσει μια στρατηγική «απορρόφησης» της ακροδεξιάς, εντάσσοντας ακροδεξιούς υποψηφίους μέσα της, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση της τελευταίας για τριάντα περίπου χρόνια. Ωστόσο, μετά το 2000, η ΝΔ ακολούθησε μια στρατηγική «οριοθέτησης», εξετάζοντας κατά περίπτωση θέματα που ενδιέφεραν την Ακροδεξιά, στρεφόμενη περισσότερο προς τον κεντρώο χώρο, με τη διαγραφή των διάφορων ακροδεξιών στελεχών της (πχ Γιώργος Καρατζαφέρης). Σε κάθε περίπτωση, η ευθύνη της ως προς το πώς θα επιλέξει να διαχειριστεί τα ακροδεξιά στοιχεία, είναι μεγάλη. Από την άλλη μεριά, η κεντροαριστερή παράταξη Σύριζα αρκέστηκε σε θεωρητικές καταδίκες της ακροδεξιάς, στηριγμένη όμως παράλληλα στην κοινοβουλευτική παρουσία της Χρυσής Αυγής (πχ στο δημοψήφισμα), αλλά και στη συγκυβέρνηση με ένα άλλο ακροδεξιό κόμμα. Εν ολίγοις, η συμπεριφορά των δύο μεγάλων κομμάτων απέναντι στην ακροδεξιά ήταν κάκιστη και θα μπορούσε ακόμη και να οδηγήσει στην αναζωπύρωσή της. Αν κάτι τέτοιο τελικά δε συνέβη, ο λόγος είναι ότι οι διάφοροι ψηφοφόροι της Χρυσής Αυγής, δεν την ψήφισαν λόγω ιδεολογικής ταύτισης μαζί της αλλά αντίθετα, η ψήφος και η στήριξή τους ήταν προσωρινή, προβάλλοντας σε αυτή την εικόνα ενός αγνού πατριωτικού κόμματος με δυναμική για ριζοσπαστικές λύσεις. Δηλαδή για τον ίδιο λόγο που ψήφισαν και κόμματα όπως οι Αν.Ελ., η Ελληνική Λύση, καθώς και το Μέρα 25 και η Ένωση Κεντρώων (άσχετα αν τα δύο τελευταία σε καμία περίπτωση δεν ανήκουν στην ακροδεξιά). Όταν πέρασε ένα διάστημα και συνειδητοποίησαν πως αδυνατούν να κάνουν και πολλά, και μάλιστα εν όψει μιας ανανεωμένης Νέας Δημοκρατίας, η στήριξη σε αυτή αποδείχτηκε βραχύβια, όπως πιθανότατα θα αποδειχτεί και η στήριξη των υπόλοιπων μικρών «αντισυστημικών» κομμάτων στην ελληνική Βουλή. Παρεμπιπτόντως, ο Ηλίας Κασιδιάρης, βασικός κατηγορούμενος στη δίκη, έχει εδώ και καιρό δημιουργήσει δικό του κόμμα, με το όνομα «Έλληνες για την πατρίδα».

Ο ίδιος ο πρωθυπουργός δήλωσε πρόσφατα: «Στην Ελλάδα δεν υπάρχει θέση για οπαδούς του ναζισμού». Ύστερα από επτά χρόνια, η καταδίκη του συγκεκριμένου ακροδεξιού και ναζιστικού μορφώματος από τις μεγάλες πολιτικές δυνάμεις είναι πια ομόφωνη. «Κάλλιο αργά παρά ποτέ», λέει πολύ σοφά ο λαός μας. Ας ελπίσουμε πως θα ακολουθήσει και μια ρητή και δια νόμου απαγόρευση της ίδρυσης κομμάτων με ναζιστικά στοιχεία. Δεν είναι δυνατό μια χώρα να τιμά τα θύματα του Ολοκαυτώματος και την ίδια στιγμή να επιτρέπει σε νοσταλγούς του να κατεβαίνουν ως υποψήφιοι στον πολιτικό στίβο.

Ποιο συμπέρασμα προκύπτει από τα παραπάνω; Ο φασισμός και η ακροδεξιά μέσα σε μια χώρα ηττώνται μονάχα από τους θεσμούς μιας ζωηρής και ρωμαλέας δημοκρατίας, η οποία δε διστάζει να εφαρμόζει με συνέπεια στην πράξη τις θεωρητικές διακηρύξεις της. Για τον ίδιο λόγο, κινήματα που απαιτούν από τους δικαστές την καταδικαστική απόφαση της Χρυσής Αυγής, πιθανότατα δεν πρόκειται να επηρεάσουν ιδιαίτερα το τελικό αποτέλεσμα της δίκης, αλλά δρουν και εν αγνοία τους υπονομευτικά για τους θεσμούς, απειλώντας και πιέζοντας τη δικαστική εξουσία, απέναντι στην οποία δημιουργούν και καχυποψία. Αν οι θεσμοί μας έχουν ελλείψεις, στόχος είναι να τους εξυγιάνουμε και όχι να ρητορεύουμε αδιάκοπα εναντίον τους (το ίδιο ισχύει και για την αστυνομία). Όχι, κόντρα στο γνωστό σύνθημα, ο φασισμός δε νικιέται «στο πεζοδρόμιο», όπως ακριβώς και ο Χίτλερ δεν ηττήθηκε από τα κινήματα Antifa της εποχής, των οποίων γραφικές και ανεπίκαιρες ακροαριστερές απομιμήσεις παρουσιάζονται σήμερα εδώ κι εκεί. Ο Χίτλερ ηττήθηκε όταν οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής, η Αγγλία, η Η.ΠΑ. και η Ε.Σ.Σ.Δ. αποφάσιζαν, έστω κι αργοπορημένα, να παραμερίσουν τις ασυμφιλίωτες ιδεολογικές τους αντιθέσεις και να ενωθούν εναντίον του. Αυτό πρέπει να κάνουν οι ιδεολογικές παρατάξεις και σήμερα.

Το μόνο που πετυχαίνει η περιθωριακή δράση του πεζοδρομίου, είναι να υπονομεύει την επίσημη εξουσία και τους θεσμούς μιας δημοκρατίας, προετοιμάζοντας τον δρόμο στον επόμενο επίδοξο δημαγωγό ή/και δικτάτορα. Και ενώ σε κάποιες άλλες χώρες οι πειρασμός του αυταρχισμού είναι ίσως μεγαλύτερος, δεδομένης της ύπαρξης ισχυρών προσωπικοτήτων που δείχνουν αποφασισμένοι και ικανοί να αναμετρηθούν με τις σημερινές προκλήσεις, ευτυχώς στη χώρα μας οι περισσότεροι ακροδεξιοί δημαγωγοί αποτελούν αδύναμες και γραφικές μορφές ψυχοπαθολογίας, εντελώς ακατάλληλοι για διακυβέρνηση ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους. Αυτό όμως δε σημαίνει πως πρέπει να εφησυχάζουμε. Η Ελλάδα υπήρξε το αδιαμφισβήτητο λίκνο της δημοκρατίας. Όχι μόνο στην Αρχαιότητα, αλλά και στη σύγχρονη εποχή, όταν με το φιλελεύθερο σύνταγμά της του 1844 αναγνώριζε, πρώτη σε όλη την Ευρώπη, την καθολική ψηφοφορία για τον ανδρικό πληθυσμό.

Οι συγγραφείς Levitsky και Ziblatt, που αναφέρθηκαν παραπάνω, αναφέρουν και τη χώρα μας ανάμεσα σε εκείνες όπου η φιλελεύθερη δημοκρατία, αν και υπήρξε κατά κάποιον τρόπο εισαγόμενο «προϊόν» από τη Δύση, σήμερα λειτουργεί αρκετά καλά. Είναι στο χέρι μας να το διατηρήσουμε έτσι, παραμερίζοντας τα ακραία και αντιδημοκρατικά στοιχεία από το πολιτικό σύστημα. Εδώ είναι λοιπόν καίριος ο ρόλος των κομμάτων, ιδιαίτερα των μεγάλων. Ακόμη και με τη σημερινή πόλωση που επικρατεί, ορισμένες συναινέσεις των πολιτικών για τα στοιχειώδη είναι αναγκαίες. Όσοι επιμένουν να μιλούν για «μαυροσκούφηδες», πρόκειται να απογοητευτούν. Οι εποχές που νοσταλγούν, εποχές ένοπλων εμφύλιων συγκρούσεων και αλληλοσπαραγμού, έχουν προ πολλού παρέλθει. Και ευτυχώς για όλους μας.