Συμφωνία ΕΕ-Airbnb: Η «κανονικοποίηση» της συνεργατικής οικονομίας

Η συμφωνία αυτή συνιστά ένα πρώτο βήμα στην ένταξη της συνεργατικής οικονομίας στο θεσμικό πλαίσιο δράσης που διέπει τη συμβατική οικονομία και τη σχέση της με τους καταναλωτές.
Open Image Modal
SOPA Images via Getty Images

Η λεγόμενη «συνεργατική οικονομία» ή «οικονομία διαμοιρασμού» (sharing economy) έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια, πανευρωπαϊκά, με πρόοδο κυριολεκτικά γεωμετρική. Ήδη, οι σχετικές δραστηριότητες ανέρχονται σε τζίρο άνω των 500 δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως. Πλέον, φαίνεται πως η ανάγκη δημιουργίας ενός συγκεκριμένου θεσμικού πλαισίου για τη λειτουργία των πλατφορμών διαμοιρασμού αρχίζει να γίνεται πραγματικότητα.

Πρώτος στον «χορό» της... «κανονικοποίησης» μπήκε ο έχων τη μερίδα του λέοντος στις σχετικές οικονομικές δραστηριότητες, η Airbnb. Η πρωτοπόρος εταιρεία, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει κατορθώσει να αναχθεί σε γίγαντα στον τομέα της ενοικίασης ακινήτων, αποφάσισε να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τελικώς να υιοθετήσει τα αιτήματα πολλών εθνικών ενώσεων καταναλωτών, σε μία συμφωνία-πακέτο.

Η Βέρα Γιούροβα, Επίτροπος της ΕΕ για τη Δικαιοσύνη, τους Καταναλωτές και την Ισότητα των Φύλων, εξέδωσε ανακοίνωση, στις 11 Ιουλίου 2019, δηλώνοντας την ιδιαίτερη ικανοποίησή της για την έκβαση των διαπραγματεύσεων με την Airbnb. Έναν χρόνο νωρίτερα, τον Ιούλιο του 2018, η ίδια είχε εγκαλέσει δημοσίως την εταιρεία για μη συμμόρφωση με τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές. Στις βασικές προβληματικές συμπεριφορές της Airbnb προσδιοριζόταν από την Επιτροπή η ουσιαστική εξαπάτηση των καταναλωτών ως προς την τελική τιμή των υπηρεσιών που καλούνταν να πληρώσουν.

Κατόπιν συζητήσεων που διήρκεσαν έναν χρόνο, το ανακοινωθέν του φετινού Ιουλίου προσδιόρισε για πρώτη φορά αναλυτικά τις αλλαγές στις οποίες υποχρεώθηκε να προχωρήσει η γνωστή εταιρεία στην πλατφόρμα παροχής υπηρεσιών της. Παρακάτω επεξηγούνται ορισμένες από τις σημαντικότερες εξ αυτών.

Ως προς τις τιμές: Η Airbnb παρέχει πλέον στους καταναλωτές πλήρη πληροφόρηση σχετικά με τη συνολική τιμή των υπηρεσιών της, συμπεριλαμβανομένων όλων των υποχρεωτικών επιπρόσθετων χρεώσεων και εξόδων (π.χ. έξοδα καθαρισμού, φόροι κ.λπ.), πράγμα που δεν έπραττε μέχρι σήμερα, με αποτέλεσμα ο καταναλωτής να καλείται να πληρώσει ως τελική τιμή ποσό σημαντικά μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο είχε αρχικά δει στην πλατφόρμα όταν έκανε την κράτηση.

Μία δεύτερη σημαντική αλλαγή εντοπίζεται στην υποχρέωση της εταιρείας να απεικονίζει διακριτά τους ιδιώτες παρόχους από τους επαγγελματίες του τουριστικού κλάδου, τα καταλύματα των οποίων προωθεί μέσω της πλατφόρμας της. Ο συγκεκριμένος διαχωρισμός δίνει στο καταναλωτικό κοινό τη δυνατότητα να αντιληφθεί ξεκάθαρα τα επιχειρηματικά κίνητρα και τη φύση καθενός παρόχου και έτσι ο καταναλωτής έχει όσο το δυνατόν πληρέστερη πληροφόρηση γίνεται γύρω από το κατάλυμα που πρόκειται να ενοικιάσει.

Τρίτο άξιο αναφοράς σημείο της συμφωνίας – ίσως το σημαντικότερο από νομικής άποψης – το ρητά προσδιορισμένο δικαίωμα των καταναλωτών-πολιτών της ΕΕ να προσφύγουν στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εναντίον της Airbnb, σε περίπτωση που θεωρήσουν ότι οι όροι παροχής υπηρεσιών της εταιρείας θίγουν κάποιο δικαίωμά τους. Το συγκεκριμένο καθεστώς προστασίας ισχύει ρητά μόνο για τους πολίτες κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ για τους πολίτες τρίτων χωρών ισχύει το εκάστοτε εθνικό θεσμικό πλαίσιο.

Ως προς το δικαίωμα διακοπής της σύμβασης μεταξύ εταιρείας και πελάτη, πλέον παρέχεται στον πελάτη το δικαίωμα ένστασης επί απόφασης διακοπής της σύμβασης παροχής υπηρεσιών από την πλευρά της Airbnb. Κατά το προηγούμενο καθεστώς η εταιρεία διατηρούσε για τον εαυτό της (και τους εξυπηρετούμενους παρόχους) το δικαίωμα να ακυρώσει μία κράτηση χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση του καταναλωτή και χωρίς να παρέχει σε εκείνον το δικαίωμα να προβάλει ένσταση σε αυτή την απόφαση. Ως αποτέλεσμα, διάφοροι πάροχοι υπηρεσιών τουριστικών καταλυμάτων προχωρούσαν σε διακοπές συμβάσεων, ενώ παράλληλα οι ίδιοι είχαν προβεί σε αντικανονικές συμπεριφορές, για τις οποίες οι καταναλωτές δεν μπορούσαν να κάνουν το παραμικρό. Το ζήτημα αυτό πλέον αντιμετωπίστηκε με τρόπο ουσιαστικό.

Επιπροσθέτως, η συμφωνία εξανάγκασε για πρώτη φορά την Airbnb να προσδιορίσει σαφώς την πολιτική της σχετικά με επιστροφές χρημάτων σε περιπτώσεις ακυρώσεων και αποζημιώσεις των καταναλωτών σε περιπτώσεις ζημίας των καταλυμάτων. Αξίζει να σημειωθεί ότι, υπό το προηγούμενο καθεστώς, η οικεία πολιτική της εταιρείας ήταν εξαιρετικά ασαφής, με χαρακτηριστική απουσία χρονικών προσδιορισμών ως προς τα διαστήματα εντός των οποίων οι καταναλωτές θα μπορούσαν να διεκδικήσουν χρήματα. Πλέον, η εταιρεία έχει απλοποιήσει σημαντικά τους όρους που σχετίζονται με επιστροφές χρημάτων και έχει προσδιορίσει τις συνθήκες υπό τις οποίες ένας καταναλωτής μπορεί να διεκδικήσει επιστροφή. Επίσης, με το ισχύον πλαίσιο, η εταιρεία υποχρεούται να προχωρεί σε άμεση καταβολή των επιστρεπτέων ποσών, χωρίς οποιαδήποτε αφορμή για χρονοτριβή, γεγονός που φυσικά αποκαθιστά και τη δική της φήμη στην αγορά.

Τέλος, υπό το προηγούμενο καθεστώς, η Airbnb άφηνε στους παρόχους (επαγγελματίες ή μη) το αποκλειστικό δικαίωμα να διαμορφώνουν κατά το δοκούν τους όρους σχετικά με αποζημιώσεις για ζημιές στα καταλύματα, καθώς και για το ποιος φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης. Είναι προφανές ότι ένα τέτοιο καθεστώς ήταν εντελώς ετεροβαρές υπέρ των παρόχων και κατά των καταναλωτών, οι οποίοι βρίσκονταν εξαρχής σε μια συμφωνία “take it or leave it”, όπως ισχύει σε αυτές τις περιπτώσεις, η οποία δεν προστάτευε τους ίδιους και τα συμφέροντά τους. Πλέον, η Airbnb αναγνωρίζει τα δικαιώματα των καταναλωτών να χρησιμοποιήσουν και την δικαστική οδό για να προσβάλουν μια απόφαση της Airbnb σχετικά με ζητήματα ζημιών.

Καταληκτικά, η συμφωνία αυτή συνιστά ένα πρώτο βήμα στην ένταξη της συνεργατικής οικονομίας στο θεσμικό πλαίσιο δράσης που διέπει τη συμβατική οικονομία και τη σχέση της με τους καταναλωτές. Είναι ουσιώδες να τονιστεί ότι στο συγκεκριμένο πεδίο η Ευρωπαϊκή Ένωση κινήθηκε με αρκετή ταχύτητα και ουσιαστική πολιτική βούληση. Προ διετίας, η πρώτη αντίδραση της Επιτροπής στο φαινόμενο της οικονομίας διαμοιρασμού μπορεί να χαρακτηριστεί ως μία μάλλον μουδιασμένη στάση αναμονής απέναντι στο νέο φαινόμενο. Η ραγδαία εξάπλωση των πλατφορμών, σε συνδυασμό με την ύπαρξη στοιχειώδους νομικού πλαισίου σε κράτη όπως το Βέλγιο και το Ηνωμένο Βασίλειο (πλέον και η Ισπανία), έδωσαν στην Κομισιόν μία σαφώς ευκρινέστερη εικόνα της κατάστασης, αλλά και των τρόπων διαχείρισής της. Μιας διαχείρισης που απαιτεί απόλυτη ισορροπία μεταξύ στήριξης της επιχειρηματικότητας υπό νέες μορφές, όπως η συγκεκριμένη, και προστασίας των καταναλωτών από αυθαίρετες εμπορικές συμπεριφορές.

Συγχρόνως, η προθυμία της Airbnb να υιοθετήσει όρους των καταναλωτών ενώσεων αποτέλεσε έναν οξυδερκή χειρισμό, που τελικά οδήγησε σε μια win-win συμφωνία. Ένα πολύ θετικό βήμα, σε νερά που, όπως φαίνεται, δεν είναι πια τόσο αχαρτογράφητα όσο πριν από λίγα χρόνια. 

 

i Ο Γιώργος Θεοδωρίδης είναι υποψήφιος διδάκτωρ Ευρωπαϊκού Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.