Τα σκάνδαλα και ο πυρετός της δημοκρατίας

Με τα σκάνδαλα θα την βγάλουμε ως τις εκλογές;
Open Image Modal
Eurokinissi

«Κύριε Πρόεδρε, θα συζητήσει η χώρα για την Ευρώπη και τα μεγάλα θέματα της επόμενης ημέρας ή θα πάμε ως τις ευρωεκλογές με το δίπολο Νοβάρτις-Πετσίτης;»

Ο Νίκος Χατζηνικολάου είχε απέναντί του τον πρωθυπουργό στην πρώτη του, μετά από καιρό, τηλεοπτική συνέντευξη. Ενδιαφέρουσα, οπωσδήποτε. Ρώτησε πρώτα για τον χρόνο των εκλογών. «Στο τέλος της τετραετίας». Αναμενόμενο.

Κι ύστερα ήρθε η εύλογη ερώτηση. Απλή, αυτονόητη σχεδόν: Με τα σκάνδαλα θα την βγάλουμε ως τις εκλογές ή έχουμε και κάτι άλλο να κουβεντιάσουμε; Η απάντηση του Αλέξη Τσίπρα ήταν πως η υπόθεση Νοβάρτις είναι πραγματικό σκάνδαλο, ενώ η «πετσιτιάδα» είναι απλώς σκανδαλολογία. Εξ ίσου αναμενόμενη απάντηση. Άλλη ήταν η ερώτηση, όμως. Και έμεινε αναπάντητη.

Το πρόβλημα είναι, πάνω-κάτω, το εξής: Το 2004, στις εκλογές όπου η Νέα Δημοκρατία κέρδισε για πρώτη φορά μετά από 24 χρόνια, πήραν μέρος 7,4 εκατομμύρια πολίτες. Στις εκλογές του 2009 η συμμετοχή ήταν ελάχιστα μικρότερη: κάτι περισσότερο από 7 εκατομμύρια ψηφοφόροι έδωσαν στον Γιώργο Παπανδρέου το δηλητηριασμένο στέμμα του νικητή.

Γύρισαν την πλάτη

Κι έπειτα, όταν οι κάλπες ξαναστήθηκαν τον Μάιο του 2012, οι ουρές στα εκλογικά τμήματα μίκρυναν. Ψήφισαν μόνον 6,3 εκατομμύρια. Κάτι λιγότεροι στις επαναληπτικές εκλογές, τον Ιούνιο. Τον Ιανουάριο του 2015, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ του Τσίπρα έφερνε έναν αέρα ελπίδας, ανακατεμένο με φόβους, επιφυλάξεις και ανασφάλεια, η συμμετοχή στις εκλογές ήταν της τάξης του 2012: 6,3 εκατομμύρια.

Μα όταν, τον Σεπτέμβριο του 2015, μετά το εμπύρετο εξάμηνο της διαπραγμάτευσης Βαρουφάκη, το δημοψήφισμα, την άμεση ακύρωσή του και την ψυχρολουσία του τρίτου μνημονίου, το εκλογικό σώμα εκλήθη ξανά στα όπλα, η ανταπόκριση ήταν μικρή. Στις εκλογές έλαβαν μέρος 5,5 εκατομμύρια πολίτες.

Μετρήστε την διαφορά: Από τον Μάρτιο του 2004 ως τον Σεπτέμβριο του 2015, περίπου δύο εκατομμύρια Ελληνίδες και Έλληνες, το 25% του τότε εκλογικού σώματος, ψήφισαν «με τα πόδια» τους. Έφυγαν. Γύρισαν την πλάτη.

Οι νέοι θα αξιοποιήσουν την ευκαιρία;

Αυτά τα δύο εκατομμύρια των χαμένων ψηφοφόρων είναι ο κρίσιμος αριθμός. Είναι, κατά κάποιο τρόπο, ο πυρετός της Δημοκρατίας. Η αριθμητική αποτύπωση της κόπωσης, της απογοήτευσης, της χαμένης εμπιστοσύνης, της δυσπιστίας, της ματαίωσης- που είναι τα τελευταία χρόνια το κυρίαρχο κοινωνικό κλίμα.

Πόσοι από αυτούς θα επιστρέψουν να ψηφίσουν στις εκλογές του 2019- είτε τον Μάιο διεξαχθούν είτε τον Σεπτέμβριο; Και κυρίως πόσοι από τις 500.000 των νέων, που θα έχουν για πρώτη φορά την ευκαιρία να ασκήσουν το ιερό εκλογικό δικαίωμα, θα αξιοποιήσουν την ευκαιρία;

Ίσως ακούγεται υπερβολικό, ίσως ακούγεται ως αφελής χρηστομάθεια, ίσως είναι μια έμμονη ιδέα μου, μα εγώ πιστεύω ότι η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι πιο σημαντική από την απάντηση στο ερώτημα ποιος και με τι διαφορά θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές. Γιατί θα αποτελεί ένα κρίσιμο τσεκ απ για την υγεία της δημοκρατίας, για την συναίνεση που μπορεί να έχει η επόμενη κυβέρνηση την δύσκολη επόμενη μέρα, για την ελπίδα πραγματικής επιστροφής στην κανονικότητα.

Τι θα σπάσει την απαισιοδοξία

Είναι βέβαιο ότι ένα σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος θα προσέλθει στις κάλπες , έτσι κι αλλιώς, και θα ψηφίσει «δαγκωτό»- για «να φύγουν αυτοί». Κι είναι επίσης βέβαιο ότι ένα όχι ασήμαντο τμήμα του εκλογικού σώματος θα ψηφίσει για «να μην έρθουν οι άλλοι». Μα πέρα από αυτούς υπάρχει ένα κρίσιμο και μάλλον πλειοψηφικό μερίδιο εκλογέων που δεν συγκινείται από τα «τους τελειώνουμε ή μας τελειώνουν», προσδοκά να ακούσει (και, με δυσκολία, να πιστέψει) ένα κάπως συγκεκριμένο και αξιόπιστα θετικό σχέδιο. Μια ελπίδα από την οποία να πιαστεί για να επιστρέψει στο παιχνίδι.

Μπορεί να μην περνάμε όλοι τον καιρό μας διαβάζοντας εκθέσεις οικονομολόγων και αναλύσεις διεθνών οίκων, αλλά όλοι, νομίζω, το νιώθουμε, το ψυχανεμιζόμαστε πως αφήνουμε πίσω μας την δεκαετία της κρίσης για να περάσουμε σε μια εποχή αναιμικής, υποτονικής ανάπτυξης. Πως η αναπλήρωση των χαμένων θα χρειαστεί χρόνο που υπερβαίνει το προσδόκιμο της ζωής μας. Και πως η μοίρα των παιδιών μας μπορεί να συνεχίσει να είναι η αποδημία. Χρειάζεται κάτι, που να σπάσει αυτήν την κρούστα της εμπεδωμένης απαισιοδοξίας.

Προτάσεις έχουν διατυπωθεί, ιδέες έχουν καταγραφεί. Αλλά δεν δίνουν τον τόνο. Και δεν αποτελούν την εξεταστέα ύλη της πολιτικής. Η οποία εξακολουθεί να ανακυκλώνει τα παλιά βιβλία. Μου κάνει εντύπωση, ομολογώ, ότι οι πρωταγωνιστές της πολιτικής σκηνής δείχνουν συχνά να μην το καταλαβαίνουν. Να μην αισθάνονται καν την ανάγκη να αλλάξουν ύφος, να αλλάξουν λεξιλόγιο, να δοκιμάσουν να συνομιλήσουν έστω με το πλήθος της απογοητευμένης δυσπιστίας.