Η επιστροφή στις αγορές & η κανονικότητα της Ελληνικής οικονομίας

Η επιστροφή στις αγορές & η κανονικότητα της Ελληνικής οικονομίας
|
Open Image Modal
Bloomberg via Getty Images

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πρόσφατη έκδοση του 10-ετούς ομολόγου της Ελληνικής Δημοκρατίας, αν και με κόστος δανεισμού σημαντικά υψηλότερο άλλων ευρωπαϊκών χωρών, στέφθηκε, επί της αρχής, με επιτυχία και σε κάθε περίπτωση, το υποκείμενο γεγονός σηματοδοτεί την επιστροφή της χώρας στις αγορές, αν και με οριακά βιώσιμους όρους.

Υπό το τεχνικό πρίσμα της συζήτησης, η παρούσα έκδοση συνιστά κρίσιμο βήμα για την αναθεώρηση της καμπύλης αποδόσεων του ελληνικού χρέους, μετά από 9 ολόκληρα έτη, ενώ σηματοδοτεί μια ενδεχόμενη διαφοροποίηση της διεθνούς πρόσληψης αναφορικά στο αξιόχρεο της Ελλάδας, με τους επενδυτές να είναι πλέον διατεθειμένοι να εκτεθούν σε ελληνικό κίνδυνο, έστω και μερικώς. Φαίνεται δε, πως η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε θα περιορίσει σταδιακά το κόστος δανεισμού της χώρας και να διευκολύνει τον δανεισμό, τόσο των ελληνικών τραπεζών, όσο και των επιχειρήσεων.

Μέσω του πρώτου κρατικού τίτλου αναφοράς που εκδίδει η Ελλάδα μετά τον Μάρτιο του 2010, το Ελληνικό Δημόσιο άντλησε από τις αγορές 2,5 δισ. ευρώ, το ετήσιο κουπόνι διαμορφώθηκε στο 3,875%, οι συνολικές προσφορές ανήλθαν στα 11,8 δισ. ευρώ και η υπερκάλυψη ξεπέρασε τις τέσσερις φορές. Σε σχέση με το 5-ετές ομόλογο του Ιανουαρίου, οι επενδυτές αυξήθηκαν από 290 σε 419 και εκτιμάται πως η συμμετοχή των hedge funds μειώθηκε σημαντικά. Τα 2,5 δισ. ευρώ της πρόσφατης 10-ετούς έκδοσης, σε συνδυασμό με τα 2,5 δισ. ευρώ της 5-ετούς, αντιστοιχούν προσεγγιστικά στα 2/3 του μέγιστου ποσού των 7 δισ. ευρώ, που αποτελεί τη στρατηγική στόχευση κεφαλαιακής άντλησης από τις αγορές για το 2019.

Ωστόσο, την ίδια στιγμή, ο αντίλογος εγείρει καίριες ενστάσεις. Η απόδοση του ελληνικού ομολόγου παραμένει σχεδόν διπλάσια αυτού της Πορτογαλίας και υπερτριπλάσια αυτού της Ισπανίας. Πιο συγκεκριμένα, η απόδοση του νέου 10-ετούς κρατικού τίτλου παραμένει σημαντικά υψηλότερη, σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης. Με εξαίρεση την Ιταλία, της οποίας το 10-ετές βρίσκεται στο 2,75%, όλα τα υπόλοιπα κράτη έχουν απόδοση κάτω του 2%. Επί παραδείγματι, το Κυπριακό 10-ετές ομόλογο έχει απόδοση 1,88%, το Πορτογαλικό 1,46% και το Ισπανικό 1,2%.

Παράλληλα, ουδεμία σχεσιακή αποτίμηση δύναται να ευσταθεί, μεταξύ του πρόσφατου 10-ετούς ομολόγου (3,875%) με την έκδοση του 2006 (3,60%), χωρίς να συνεκτιμηθεί, τόσο το διαφορικό επιτοκιακό spread του Ελληνικού ομολόγου έναντι του αντίστοιχου Γερμανικού, όσο και το επιτόκιο αναφοράς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), κατά τις δυο τόσο διαφορετικές αυτές περιόδους. Σημειώνεται ότι, το ελληνικό spread σήμερα κινείται σήμερα στο διάστημα 3,6% έως 3,7%, ενώ το 2006 και το 2009, ήταν κάτω από 0,5% και 2,8%, αντιστοίχως. Επιπρόσθετα, το επιτόκιο της ΕΚΤ, τον Μάρτιο 2006 ανήρχετο στο 1,25%, το 2009 ετέθη σε τροχιά αποκλιμάκωσης και πιο συγκεκριμένα στο 1%, ενώ από το 2016 και επέκεινα διατηρείται σε αρνητικό έδαφος της προσεγγιστικής τάξεως του -0,40%.

H πρόσφατη έκδοση του 10-ετούς Ελληνικού ομολόγου, είναι, για τα δεδομένα και τις ανάγκες της Ελληνικής οικονομίας, μια έκδοση, ακριβή, αλλά και μικρή, έστω και αν η υπερκάλυψη του ζητούμενου ποσού θεωρήθηκε ικανοποιητική, έστω και αν, σε συμβολικό επίπεδο, το επιτόκιο δανεισμού συγκρατήθηκε κάτω του ψυχολογικού ορίου του 4%. Συνιστά επομένως, η τρέχουσα εξέλιξη ένα μονοπάτι επανόδου στην κανονικότητα;

Ενδεχομένως η απάντηση να είναι αρνητική, αν ληφθεί υπόψη ότι μια σειρά εκτεταμένων παθολογιών συνεχίζει να πλήττει την Ελληνική οικονομία, όπως η υπερφορολόγηση φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων, η διόγκωση των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς εφορία και ταμεία, αλλά και η στασιμότητα στη διευθέτηση των οφειλών του δημοσίου. Περαιτέρω, καμία συνολική λύση δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα αναφορικά στον ανασχετικό παράγοντα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ενώ συγχρόνως η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας χάνει έδαφος, η γραφειοκρατία αποτελεί συστηματικό ανάχωμα για τις όποιες νέες επενδύσεις και το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων υλοποιείται με σημαντικές υστερήσεις.

Σε ένα πλαίσιο κανονικότητας, η πρόσβαση στις αγορές θα πρέπει να είναι συστηματική και με πιο βιώσιμο επιτόκιο, μέσα από την υλοποίηση ενός συγκεκριμένου αναπτυξιακού σχεδίου, το οποίο θα διασφαλίζει ότι το Ελληνικό χρέος θα επαναταξινομηθεί στην κατηγορία της επενδυτικής βαθμίδας. Η αποφασιστική και συνεπής εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων είναι κρίσιμη για την εμπέδωση μιας πιο εδραίας σχέσης εμπιστοσύνης με τη διεθνή επενδυτική κοινότητα και κυρίως με τους μακροπρόθεσμους επενδυτές. Η συνθήκη αυτή, αποτελεί τη μείζονα προϋπόθεση για τη σύγκλιση των ελληνικών επιτοκίων χρέους, με αυτά των υπολοίπων χωρών της Ευρωπαϊκής περιφέρειας, με τις οποίες η Ελλάδα έχει συγκριτικά συναφείς μακροοικονομικές παραμέτρους.