Λαϊκισμός, δεξιά κινήματα και κορονοϊός

Η δυναμική αυτών των κινημάτω έχουν οδηγήσει σε εκλογικές επιτυχίες μερικούς από τους πιο αυταρχικούς, ακροδεξιούς πολιτικούς των τελευταίων χρονών.
|
Open Image Modal
26 Σεπτεμβρίου 2020 - Λονδίνο - Ο γνωστός συνωμοσιολόγος Ντέιβιντ Άικε σε διαδήλωση κατά των μέτρων περιορισμού του Κορονοϊού στο Λονδίνο
ASSOCIATED PRESS

* Ανάλυση της Μαρίνας Πρεντουλή, Αναπληρώτριας Καθηγήτριας Πολιτικής Επιστήμης και Επικοινωνίας, Πανεπιστήμιο Ανατολικής Αγγλίας – Η ανάλυση περιλαμβάνεται στο 34ο Δελτίο Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ που θα δημοσιευθεί τη Δευτέρα 5 Οκτωβρίου στο www.enainstitute.org

Το Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου, χιλιάδες άνθρωποι διαδήλωσαν στο Λονδίνο κατά των μέτρων απαγόρευσης των συναθροίσεων και της κυκλοφορίας, κατά της υποχρεωτικής χρήσης μάσκας, των μαζικών εμβολιασμών και άλλων περιοριστικών μέτρων αντιμετώπισης μετάδοσης του κορονοϊού. Ένας από τους ομιλητές, ο γνωστός συνωμοσιολόγος Ντέιβιντ Άικε, προέτρεψε τους παραβρισκόμενους να βγάλουν τις μάσκες, να «αγκαλιάσουν» την ελευθερία και να συνταχθούν με το «λαό» ενάντια στις «ψυχοπαθείς κυβερνήσεις» που επιβάλλουν τα μέτρα.

Μεταξύ των συνθημάτων της συγκέντρωσης ήταν «ελευθερία», «θα κερδίσουμε» και ένα από τα πανό προέτρεπε, χαρακτηριστικά, «σκέψου πριν γίνει παράνομο». Αναφορές υπήρχαν επίσης και στο συνωμοσιολογικό κίνημα «QAnon» που έχει βρει πρόσφορο έδαφος στην Αμερική και εξαπλώνεται μέσω του Διαδικτύου. Το κίνημα πιστεύει ότι ο Τραμπ είναι ο «Μεσσίας» που αντιμάχεται το «βαθύ κράτος» των Δημοκρατικών, που παρουσιάζονται σαν σατανιστές και παιδεραστές (!). Μπορεί να ακούγεται αστείο, όμως βρίσκοντας πάτημα σε αυτά τα κινήματα ο Τραμπ κατηγόρησε δημόσια τον Τζο Μπάιντεν ως παιδεραστή και απέφυγε να καταδικάσει τους ισχυρισμούς του κινήματος. Η σχέση του Τραμπ με αυτά τα κινήματα είναι αμφίδρομη, η πολιτική του τρέφεται από αυτά και αντίστροφα.

Αν και συχνά πολλοί αντιμετωπίζουν αυτές τις εκδηλώσεις της πολιτικής ζωής σαν ένα αστείο (ή ως ένδειξη της άγνοιας ή και της αφέλειας μιας μερίδας πολίτων), η δυναμική αυτών των κινημάτων και η χρήση τους προς όφελος μιας εκλογικής στρατηγικής, έχουν οδηγήσει σε εκλογικές επιτυχίες μερικούς από τους πιο αυταρχικούς, ακροδεξιούς πολιτικούς των τελευταίων χρονών. Ο όρος που χρησιμοποιείται για αυτούς τους πολιτικούς είναι «λαϊκιστές». Ο λαϊκισμός γενικότερα είναι μια πολιτική πρακτική, χωρίς συγκεκριμένο ιδεολογικό περιεχόμενο και γι’ αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο από την Δεξιά όσο και από την Αριστερά. Ουσιαστικά, ο λαϊκισμός είναι μια πολιτική στρατηγική που φέρνει σε αντιπαράθεση από τη μια μεριά «το λαό» (ή στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτούς που θέλει να μας πείσει η άκρα δεξιά ότι είναι ο λαός) και από την άλλη τις ελίτ και το κατεστημένο (που στην περίπτωση της άκρας δεξιάς είναι όποιος συντάσσεται εναντίον τους).

Στη λαϊκίστικη δεξιά, κατατάσσονται πολιτικοί όπως ο Ντόναλτ Τραμπ, ο Μπόρις Τζόνσον και ο Ζαΐχ Μπολσονάρο που τάσσονται κατά της πολιτικής ορθότητας και υπόσχονται στους οπαδούς τους την επιβολή μιας άλλης «αλήθειας» , σύμφωνα με την οποία η κλιματική αλλαγή δεν υπάρχει, οι μειονοτικές ομάδες κάνουν «πολλή φασαρία, χωρίς λόγο» και η απόσυρση από διεθνείς οργανισμούς ενδυναμώνει την εθνική κυριαρχία, μεταξύ άλλων. Η ίδια επιβολή μιας «εναλλακτικής» αλήθειας που συγκρούεται με την επιστήμη, διαιωνίζεται από αυτούς τους πολιτικούς και σε σχέση με την πανδημία και τον κορονοϊό. Τους τελευταίους οκτώ μήνες, οι προαναφερθέντες, άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο, ανάλογα με τη διαμόρφωση των συνθήκων στις αντίστοιχες χώρες, έχουν υποβαθμίσει τον κίνδυνο της πανδημίας και έχουν αντιμετωπίσει τα μέτρα πρόληψης της εξάπλωσης, αν μη τι άλλο, με μια χαρακτηριστική επιπολαιότητα. Ποτέ δεν θα μάθουμε ποιος θα ήταν ο αριθμός των θυμάτων αν είχαν ακολουθήσει μια διαφορετική πολιτική από νωρίς, γνωρίζουμε όμως ότι στις χώρες που τηρήθηκαν περιορισμοί, όπου ενισχύθηκε το εθνικό σύστημα υγείας και δημιουργήθηκε ένα αξιόπιστο σύστημα ελέγχου και ανίχνευσης, τα αποτελέσματα ήταν θετικά.

Αυτό που είναι σημαντικό να προσέξουμε, όμως, στα τελευταία γεγονότα σε ΗΠΑ και Ηνωμένο Βασίλειο είναι ο ρόλος των δεξιών και ακροδεξιών κινημάτων και πως αυτά συμβάλλουν στη διαμόρφωση της πολιτικής σκακιέρας.

Σε σχέση με την πανδημία, κατ’ αρχήν αποπροσανατολίζουν όχι τόσο από την ύφεση της οικονομίας αλλά περισσότερο από το πώς αυτή η ύφεση θα χρησιμοποιηθεί, οδηγώντας κλάδους που η Δεξιά θεωρεί μη ωφέλιμους ή μη ανταγωνιστικούς έως και στον αφανισμό.

Έτσι, στη Μεγάλη Βρετάνια, η υγειονομική κρίση αποτέλεσε μια ευκαιρία κοινωνικής αναπροσαρμογής. Ο υπουργός Οικονομικών Ρίσι Σούνακ ανακοίνωσε στο τέλος Σεπτέμβρη ότι η οικονομία θα υποβληθεί σε μόνιμη προσαρμογή και ότι ήταν «θεμελιωδώς λανθασμένο» να διατηρηθούν θέσεις εργασίας που υπάρχουν μόνο λόγω του κρατικού πακέτου αρωγής που ανέκοψε τις απολύσεις πριν από έξι μήνες.

Κατά δεύτερον, ενώ τα κινήματα κατά των μέτρων περιορισμού της πανδημίας φαίνονται σε πρώτη ανάγνωση αντίθετα από την πολιτική Τζόνσον στην παρούσα συγκυρία, ουσιαστικά υπονομεύουν την προάσπιση κεκτημένων δικαιωμάτων. Ακόμη και ο ορός «ελευθεριακός» έχει τα τελευταία χρόνια αφομοιωθεί εξ ολοκλήρου από τη λαϊκίστική άκρα δεξιά και έχει επαναπροσδιοριστεί ως συνώνυμο του ατομικισμού, της ανεξέλεγκτης οικονομικής δραστηριότητας χωρίς κανένα φραγμό και της απενοχοποίησης του απολυταρχικού, αν όχι καθαρά φασιστικού λόγου. Όμως το βρετανικό νομοσχέδιο για τον κορονοϊό (το οποίο σύντομα θα ανανεωθεί από το κοινοβούλιο) όντως προκαλεί ανησυχία, σε ένα όμως πολύ διαφορετικό πλαίσιο απ’ αυτό που θέλουν τα ακροδεξιά κινήματα που προαναφέρθηκαν.

Το νομοσχέδιο έδωσε στην αστυνομία του Ηνωμένου Βασιλείου την δυνατότητα να θέσει υπό κράτηση όποιον έχει υποψία και μόνο ότι μπορεί να είναι μολυσματικός. Επίσης, σύμφωνα με μελέτη του νομικού συλλόγου Hansard,1 από την αρχή της πανδημίας έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον η δυνατότητα δημιουργίας νόμων «κατ’ εξουσιοδοτηση» από τους ίδιους τους υπουργούς δηλαδή, χωρίς κοινοβουλευτικό έλεγχο. Αυτό έχει ήδη συμβεί 242 φορές.

Τα ακροδεξιά κινήματα που εμφανίστηκαν στην πανδημία, λοιπόν, λειτουργούν αποπροσανατολιστικά με δυο τρόπους: Από τη μία, διευκολύνοντας την οικονομική και κοινωνική αναπροσαρμογή της κυβέρνησης Τζόνσον. Από την άλλη, μεταθέτοντας το πεδίο σύγκρουσης στην αποπροσανατολιστικά επιφανειακή διαμάχη «με μάσκες»/«χωρίς μάσκες», χωρίς να αφήνουν χώρο για μια πιο ουσιαστική κριτική στην πολιτική της κυβέρνησης.