Προσμετρώντας την ευρωπαϊκή  αλληλεγγύη

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο διευρύνεται το χάσμα ανάμεσα σε πολιτική πραγματικότητα και επίσημη ρητορεία.
|
Open Image Modal
.
Eurokinissi

Η χθεσινή μαραθώνια συνεδρίαση του Eurogroup φαίνεται να επιβεβαιώνει τους αρχικούς φόβους για την δυστοκία επίτευξης συμφωνίας. Ο όποιος συμβιβασμός δεν θα αναιρεί τα πεπραγμένα τόσο σε επίπεδο κυβερνήσεων, όσο κυρίως των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Ιδιαίτερα αν αναλογιστούμε τα χαρακτηριστικά και τις μέχρι στιγμής συνέπειες της κρίσης, περίπου 50 χιλιάδες θύματα.     

Η υγειονομική κρίση που βιώνει ολόκληρος ο  πλανήτης, πέραν όλων των άλλων, έχει επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της περιβόητης ευρωπαϊκής  αλληλεγγύης. Ένα ερώτημα που προέκυψε, λόγω της εξελισσόμενης πανδημίας κορονοϊού στην ευρωπαϊκή ήπειρο, έγκειται γιατί οι χειμαζόμενες από την υγειονομική κρίση Ιταλία και Ισπανία -ίσως και η Γαλλία- δεν ενεργοποίησαν τη ρήτρα αλληλεγγύης, όπως αυτή προβλέπεται στις ευρωπαϊκές συνθήκες;  

Σύμφωνα με το άρθρο 222,  § 1, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή  Ένωση: «η Ένωση και τα κράτη µέλη της ενεργούν από κοινού, µε πνεύμα αλληλεγγύης, εάν ένα  κράτος  µέλος  δεχτεί  τρομοκρατική  επίθεση  ή  πληγεί  από  φυσική ή ανθρωπογενή καταστροφή».

Στο Συμβούλιο των Υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ, την 24η Μαρτίου,  ο Γερμανός ομόλογός τους Χάικο Μαας, παρότρυνε τα κράτη – μέλη, που έχουν πληγεί από την πανδημία, να ενεργοποιήσουν τη ρήτρα αλληλεγγύης.

Παρά λοιπόν τη ρητή αναφορά στην Συνθήκη της Ε.Ε. [ένα  κράτος  µέλος(…) πληγεί από φυσική ή ανθρωπογενή καταστροφή] και την ευρύτερη πολιτική συναίνεση, γιατί δεν έχουν επικαλεστεί οι πληγείσες χώρες τις πρόνοιες του ευρωπαϊκού πλαισίου;

Αντιθέτως οι Υπουργοί Οικονομικών της ΕΕ, για πρώτη φορά στην ιστορία της, αποφάσισαν να ενεργοποιήσουν τη ρήτρα γενικής διαφυγής. Σύμφωνα με προγενέστερη ανακοίνωση της Επιτροπής, περί των «Κοινών αρχών για τους εθνικούς δημοσιονομικούς διορθωτικούς μηχανισμούς», καθορίζονται οι περιπτώσεις ενεργοποίησης των ρητρών διαφυγής.

Η προσφυγή στην εν λόγω διάταξη πρέπει να γίνεται με γνώμονα την έννοια των «εξαιρετικών περιστάσεων», όπως αυτή έχει συμφωνηθεί στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Βασιζόμενοι λοιπόν στις διατάξεις της ρήτρας γενικής διαφυγής και για όσο διαρκεί η υγειονομική κρίση, αποφασίστηκε ότι τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δύνανται να λάβουν κάθε αναγκαίο μέτρο για την υποστήριξη της δημόσιας υγείας, της ρευστότητας των επιχειρήσεων, της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής, αποκλίνοντας από τους μεσοπρόθεσμους δημοσιονομικούς στόχους του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Επομένως, η  ρήτρα  επιτρέπει να παρακαμφθεί προσωρινά το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, το οποίο καθορίζει τους δημοσιονομικούς κανόνες στις χώρες- μέλη της Ένωσης. 

Σε συνεχεία της απροθυμίας προσφυγής στη ρήτρα αλληλεγγύης και της απόφασης ενεργοποίησης της ρήτρας διαφυγής, εννέα χώρες (Γαλλία, Ισπανία Ιταλία, Πορτογαλία, Βέλγιο, Ιρλανδία, Σλοβενία Λουξεμβούργο και Ελλάδα), συνυπέγραψαν επιστολή προς τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Σαρλ Μισέλ, εκφράζοντας την κοινή τους βούληση για την έκδοση ευρω-ομολόγου, ώστε να αμβλυνθούν οι οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας.

Στον αντίποδα, η Γερμανία η Γερμανία, η Ολλανδία, η Αυστρία και η Φινλανδία δήλωσαν την δική τους απροθυμία, αντιτείνοντας το υπάρχον πλαίσιο χρηματοδότησης, που εν πολλοίς διαμορφώθηκε την τελευταίο δεκαετία λόγω της κρίσης χρέους στην ευρωζώνη. Πιο συγκεκριμένα, ο Γερμανός Υπουργός Οικονομικών Όλαφ Σολτς αντιπρότεινε πακέτο χρηματοδότησης της Επιτροπής για τη διασφάλιση της απασχόλησης, δανειοδότηση από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και Χρηματοδότηση από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM). Κατά την Σύνοδο Κορυφής, η ιταλική κυβέρνηση απέρριψε τα προσχέδια των προτάσεων, τα οποία θεώρησε άτολμα, δίνοντας περιθώριο 10 ημερών στην ΕΕ για να καταλήξει σε επαρκείς λύσεις.  

Η απροθυμία των κρατών να ενεργοποιήσουν την ρήτρα αλληλεγγύης, μάλλον καταδεικνύει την διστακτικότητά τους να  εμπλέξουν τα ευρωπαϊκά όργανα και το υφιστάμενο πλαίσιο, πριν την επίτευξη μίας κατ’ αρχήν συμφωνίας σε διακυβερνητικό επίπεδο. Η σχετικά πρόσφατη δημοσιονομική κρίση στην ευρωζώνη και η εξελισσόμενη διαχείριση των προσφυγικών ροών έθεσαν για πρώτη φορά  σε τέτοια ένταση και βαθμό το ζήτημα συνοχής ανάμεσα στα κράτη – μέλη  και την περιλάλητη ευρωπαϊκή αλληλεγγύη.

Είναι γεγονός πως η προοπτική ολοκλήρωσης δρομολογήθηκε κυρίως από τις δυτικοευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ την μεταπολεμική περίοδο και σε αρχικό στάδιο στερούταν κοινωνικά προσδιορισμένων σκοπών. Οι υλικές συνθήκες εκκίνησαν και διαμόρφωσαν ως έναν βαθμό το ευρωπαϊκό εγχείρημα. Αδυνατούν όμως να καταστούν τελέσφορα προσδιοριστικές της διαδικασίας πολιτικής συσσωμάτωσης του ευρωπαϊκού χώρου. Οι πολλαπλές κρίσεις που βίωσε την προηγούμενη δεκαετία η Ένωση,  ανέδειξαν τις πραγματικές πτυχές και το βαθμό ολοκλήρωσής της σε επίπεδο κοινωνιών κι όχι τις ονομαστικές διακηρύξεις ή επιθυμίες των ελίτ.  Τα μέχρι τώρα res gestae  φανερώνουν  ότι η μεταφορά πίστης, νομιμοφροσύνης και προσδοκιών (Ernst Haas) από τα εθνικά κέντρα προς το υπερεθνικό ευρωπαϊκό πλαίσιο είναι μερική, μη γραμμική και εξαρτημένη των εθνικών επιλογών˙ καταδεικνύοντας επίσης τον πολύ χαμηλό βαθμό ανθρωπολογικής ολοκλήρωσης.   

Αναντίρρητα, είναι ορθό το επιχείρημα πως έκτος Ευρωπαϊκής Ένωσης η θέση και ο ρόλος, ιδιαίτερα των μικρότερων, κρατών – μελών, θα ήταν σαφώς πιο υποβαθμισμένος. Το ζήτημα που ανακύπτει στην παρούσα συγκυρία συνίσταται επί τη βάσει ποιών κριτηρίων θα συνεχίσει να πορεύεται η Κοινότητα τα επόμενα χρόνια και ποιός θα αποφασίζει για περισσότερη ή λιγότερη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και σε ποιούς τομείς; Αναμφίβολα, οι συνεχείς μεταψυχροπολεμικές διευρύνσεις ενέτειναν τις στρατηγικές αποκλίσεις μεταξύ των εταίρων. Ακολούθως, και ως απόρροια των συσχετισμών της τελευταίας εικοσιπενταετίας, η Γερμανία άλλοτε πιο συγκεκαλυμμένα και άλλοτε πιο απροκάλυπτα επιβάλλει, εν τέλει, τις θέσεις της.

Η Ένωση βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή της πορείας της, έχοντας να ισορροπήσει μεταξύ των εσωτερικών τις αντινομιών και διλημμάτων καθώς και των προβλημάτων που ανακύπτουν στην περιφέρειά της. Προσεγγίσεις για εική και ως έτυχε συνέχιση και εμβάθυνση της συσσωματικής διαδικασίας, δίχως να ληφθούν υπ’ όψιν οι ανθρωπολογικές, οικονομικές και στρατηγικές διαφορές θα δημιουργήσουν ακόμη μεγαλύτερους κλυδωνισμούς.  Η αδυναμία προσδιορισμού και έκφρασης του κοινού ευρωπαϊκού συμφέροντος, οδηγεί εκ των πραγμάτων σε ad hoc επιλογές επί τη βάσει συγκλίσεων ή αποκλίσεων των κρατών-μελών.

Εξήντα  τρία έτη μετά τη συνθήκη της Ρώμης ο διακυβερνητικός, ως κατευθυντήρια λογική, εξακολουθεί να αποτυπώνει την πραγματική βούληση των κοινωνιών σχετικά με τους  τομείς και τη μορφή που η ολοκλήρωση δύναται να λάβει.

Η πανδημία, η διαχείρισή της και η προσπάθεια κοινού προσδιορισμού των κατάλληλων μέτρων για την αντιμετώπιση των οικονομικών της συνεπειών,  φανερώνουν τις πραγματικές διαστάσεις  του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο διευρύνεται το χάσμα ανάμεσα σε πολιτική πραγματικότητα και επίσημη  ρητορεία.